Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Βιβλίο - ''100 χρόνια μοναξιάς'' του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Tον Οκτώβρη του 1966 έφτασε στα γραφεία του εκδοτικού οίκου Carmen Balcells στη Bαρκελώνη ένα πακέτο από το Mεξικό. Περιείχε το χειρόγραφο ενός μυθιστορήματος, κάποιου άγνωστου έως τότε κολομβιανού συγγραφέα. Tίτλος έργου: «Eκατό χρόνια μοναξιά». Tο βιβλίο θα κυκλοφορήσει πρώτη φορά στην ισπανική γλώσσα στις 5 Iουνίου του 1967. Mόνο που εκείνο το χειρόγραφο, ώσπου να φτάσει στα γραφεία της Sudamericana στο Mπουένος Aϊρες (του οίκου που το εξέδωσε) το φθινόπωρο του 1966, έζησε μια οδύσσεια που δεν έχει να ζηλέψει και πολλά από το βίο και την πολιτεία της οικογένειας Mπουεντία, που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο. H δακτυλογράφος που είχε στα χέρια της το μοναδικό χειρόγραφο, έπαθε τροχαίο ατύχημα καθώς πήγαινε στο ταχυδρομείο. H ίδια βγήκε σώα και αβλαβής, αλλά τα χαρτιά είχαν σκορπιστεί στο δρόμο και είχαν βραχεί. Eκείνη τα μάζεψε ένα-ένα, τα πήγε στο σπίτι της και τα σιδέρωσε. Όταν ύστερα από τόσες περιπέτειες κατόρθωσε να φτάσει στο ταχυδρομείο, ο υπάλληλος τα ζύγισε και ζήτησε 40 πέσος για τα ταχυδρομικά τέλη. Ο Γκαρσία Mάρκες, συγγραφέας του μυθιστορήματος και η γυναίκα του διέθεταν εκείνη τη στιγμή μόνο 25 πέσος. Aποφάσισαν λοιπόν να στείλουν τα μισά φύλλα εκείνη την ημέρα. Tα υπόλοιπα τα έστειλαν λίγες μέρες αργότερα, αφού προηγουμένως έβαλαν ενέχυρο τα ελάχιστα υπάρχοντα που τους είχαν απομείνει. Το βιβλίο έγινε γνωστό από στόμα σε στόμα και μέσα σε δύο εβδομάδες εξαντλήθηκαν και τα 8.000 αντίτυπα της πρώτης έκδοσης.
Αδιαμφισβήτητα, τα ''100 χρόνια μοναξιάς'' αποτελούν "τοιχογραφία" μιας εποχής, ενός λαού, της μοίρας όχι μόνο της Κολομβίας, αλλά ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής, που για δύο αιώνες τώρα παλεύει απεγνωσμένα να βρει μια διέξοδο. Την αγωνία και το σισύφειο χαρακτήρα αυτής της πάλης δίνει ο Μάρκες με αξεπέραστη λογοτεχνική μαεστρία, περιγράφοντας την τραγική πορεία του ήρωα της ελευθερίας συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία από την ώρα της υπέρτατης προσφοράς ως τη στιγμή της έσχατης φθοράς και της προσωπικής ολοκληρωτικής εκμηδένισης. Η αφήγηση του παραπέμπει στα παραμύθια των γιαγιάδων μας και οι μύθοι, που πλάθει, αποτυπώνουν μ' ένα μοναδικό τρόπο την στυγνή και πολλές φορές απάνθρωπη πραγματικότητα, που βιώνει ο ίδιος και ο λαός του σ' αυτό το πολύπαθο μέρος του πλανήτη μας.
Παρακάτω, αναφέρονται κάποια από τα καταπληκτικά πράγματα που αποτύπωσε στο χαρτί ο υπέροχος αυτός γητευτής του λόγου και του πνεύματος:

Τα πράγματα έχουν τη δική τους ζωή, φτάνει μόνο να ξυπνήσεις την ψυχή τους.

Αισθάνθηκε ξεχασμένος, όχι με την επανορθώσιμη λησμονιά της καρδιάς, αλλά με την σκληρή και αμετάκλητη λησμονιά του θανάτου.

Είχε πάει στον άλλο κόσμο, αλλά γύρισε γιατί δεν άντεξε την μοναξιά.

Έφτασε να υποκρίνεται με τόση αληθοφάνεια, ώστε κατέληξε να παρηγορείται με τα ίδια της τα ψέματα.

Στην πραγματικότητα δεν τον ενδιέφερε ο θάνατος, μόνο η ζωή, και γι' αυτό το συναίσθημα που αισθάνθηκε , όταν απήγγειλαν την καταδίκη ( σε θάνατο), δεν ήταν φόβος αλλά νοσταλγία.

Το μυστικό για τα καλά γηρατειά δεν ήταν τίποτε άλλο από μια τίμια συμφωνία με τη μοναξιά.

Δεν πεθαίνει κανείς όταν πρέπει, αλλά όταν μπορεί.

Ο άλλος πόλεμος , ο αιματοκυλισμένος είκοσι χρόνια, δεν τους είχε στοιχίσει τόσο όσο ο διαβρωτικός πόλεμος των αιώνιων αναβολών.

Ο κόσμος θα' χει γαμηθεί πέρα για πέρα τη μέρα που οι άνθρωποι θα ταξιδεύουν στην πρώτη θέση και η λογοτεχνία στο βαγόνι με τα εμπορεύματα.

Είχε φύγει μακριά της, προσπαθώντας να τη βγάλει από το μυαλό του, όχι μόνο με την απόσταση, αλλά και με μια απερίσκεπτη ορμή, που οι σύντροφοι του έπαιρναν για τόλμη. Αλλά όσο περισσότερο βούταγε την εικόνα της στη λάσπη του πολέμου τόσο περισσότερο ο πόλεμος έμοιαζε με την Αμαράντα. Έτσι, είχε βασανιστεί στην εξορία, ψάχνοντας να βρεί τρόπο να τη σκοτώσει με τον ίδιο το θάνατο του.

Έσκαψε τόσο βαθιά στα αισθήματα του και αναζητώντας το συμφέρον, συνάντησε τον έρωτα, γιατί προσπαθώντας να την κάνει να τον αγαπήσει, κατέληξε να την αγαπήσει αυτός.

Τη συνάντησε στην εικόνα που πλημμύριζε την ίδια την τρομερή του μοναξιά.

Μετά από τόσα χρόνια θάνατο, ήταν τόση η λαχτάρα για τους ζωντανούς, τόσο πιεστική η ανάγκη για συντροφιά, τόσο τρομακτική η προσέγγιση σ' εκείνον τον άλλο θάνατο που υπάρχει μέσα στο θάνατο, που ο Προυδένσιο Αγκιλάρ είχε φτάσει ν' αγαπήσει το χειρότερο εχθρό του.
Σημ: Ο πίνακας είναι '' Η Μπάντα '' του Φερνάντο Μποτέρο

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια :