Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Χότζας ο Σαμαράς, μουεζίνης ο Μαυραγάνης: και εμείς σε ρόλους αφελών χωρικών;

Η ιστορία του Ναστρεντίν χότζα είναι γνωστή και αναφέρεται εδώ και δεκαετίες ως εργαλείο πολιτικής διαχείρισης. Οταν δυστυχής χωρικός, αρχηγός πολυμελούς οικογένειας, επισκέφτηκε τον χότζα για να του παραπονεθεί ότι η φαμίλια του δε χωράει στο καλύβι του, ο Ναστρεντίν τον συμβούλεψε να βάλει μέσα και την κατσίκα. Ο χωρικός το έπραξε, φυσικά το πρόβλημά του μεγάλωσε και έκτοτε επισκεπτόταν σε καθημερινή βάση τον χότζα για να παραπονεθεί όλο και πιο έντονα ότι το πρόβλημα χειροτερεύει, ενώ αυτός τον συμβούλευε να προσθέσει και ένα ακόμη ζώο. Οταν προστέθηκαν διαδοχικά η προβατίνα, η αγελάδα, ο γάιδαρος και οι κότες και ο αφελής χωρικός έφτασε στα όρια της παράκρουσης, ο πονηρός Ναστρεντίν διέταξε: απόψε να βγάλεις όλα τα ζωντανά έξω. Περιχαρής ο χωρικός επισκέφτηκε την επομένη το τζαμί και φιλώντας τα χέρια του Ναστρεντίν κραύγαζε: «Χότζα μου, μ’ έσωσες. Ψες κοιμηθήκαμε μια χαρά!».

Η ιστορία με το υπό κυοφορίαν φορολογικό νομοσχέδιο αποτελεί μια ακόμη μίμηση της τακτικής του Χότζα. Στο ρόλο του Ναστρεντίν ο ίδιος ο Σαμαράς, ενώ για λόγους δραματουργικής πλοκής προστέθηκε και μουεζίνης. Οχι ο «πολύτιμος» Στουρνάρας, ο οποίος πρέπει να προστατευθεί από τη λαϊκή οργή, ούτε ο Σταϊκούρας, που είναι παιδί του γαλάζιου κομματικού σωλήνα και πρέπει επίσης να προστατευθεί, αλλά ο άχρωμος τεχνοκράτης Μαυραγάνης, μάνατζερ σε ιδιωτική εταιρία έως πρότινος, από την οποία μετακινήθηκε εν μιά νυκτί και τοποθετήθηκε ως υφυπουργός στην οδό Νίκης, προκειμένου να οργανώσει το σαφάρι είσπραξης των χαρατσιών που απαιτούνται για «να φτάσουμε σε πρωτογενή πλεονάσματα».


Ο Μαυραγάνης χρησιμοποιήθηκε ως φορέας καθημερινών διαρροών προς τα ΜΜΕ, τα οποία ανέλαβαν να φτιάξουν το κλίμα, εστιάζοντας σε δύο φορολογικά μέτρα: πρώτον στη φορολογική μεταχείριση σε σχέση με τα παιδιά (σύμφωνα με τη διαρροή θα καταργούνταν κάθε έκπτωση) και δεύτερον στο συντελεστή φορολόγησης για εισόδημα άνω των 26.000 ευρώ, που σύμφωνα με τη διαρροή θα καθοριζόταν στο 45%. Αν φύγουν αυτά τα δύο μέτρα, τότε θα έχουμε ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα υποστηρίζει –εμμέσως πλην σαφώς– η οργανωμένη από τα ΜΜΕ «προπαγάνδα της οργής», στην οποία πήραν ασμένως μέρος πολλοί και διάφοροι, οι οποίοι μιλούσαν χωρίς να έχουν δει κάποιο νομοσχέδιο, αλλά με βάση τις διαρροές.


Αφού φτιάχτηκε το κλίμα της οργής, ήρθε η ώρα να μιλήσει ο χότζας. Πρώτα, όμως, δεδομένου ότι έχουμε τρικομματική συγκυβέρνηση, έπρεπε να μιλήσουν οι βοηθοί του.

Αυτό το φορολογικό δεν περνάει, διαμήνυσε το ΠΑΣΟΚ, μέσω διαρροών της Φώφης. Σύμφωνα με τις ίδιες διαρροές, τα στελέχη της σημερινής ηγετικής ομάδας είπαν στον Βενιζέλο: «Πρόεδρε, είναι θέμα πολιτικής φυσιογνωμίας του ΠΑΣΟΚ, αν δεν υπάρξουν οι αλλαγές που ζητάμε, δεν μπορούμε να ψηφίσουμε»! Σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου. Από το 2010, πότε μόνοι τους και πότε συγκυβερνώντες, οι Πασόκοι έχουν καταξεσκίσει τον ελληνικό λαό και ξαφνικά ανακάλυψαν ότι τίθεται «θέμα πολιτικής φυσιογνωμίας του ΠΑΣΟΚ»! Οι συνεργάτες του ταρακούνησαν τον παραζαλισμένο από τη Λομβερδειάδα Μπένι και τον έπεισαν να βγει γερά στο γήπεδο της προπαγάνδας. Ετσι, σκαρώθηκαν άρον-άρον «πέντε σημεία-προτάσεις», που δόθηκαν στη δημοσιότητα με την off the record «απειλή», ότι «το ΠΑΣΟΚ δεν μπλοφάρει». Τι περιλαμβάνουν οι πέντε προτάσεις (και όχι όροι); Να παραμείνει η ισχύουσα φορολογική κλίμακα, να παραμείνει το ισχύον καθεστώς φορολογικής αντιμετώπισης των παιδιών, να υπάρξει ιδιαίτερη φορολογική αντιμετώπιση των νέων επαγγελματιών κατά τα πρώτα πέντε χρόνια (να υπάγονται στο φορολογικό καθεστώς μισθωτών και συνταξιούχων), να οριστεί ελάχιστο όριο για την τήρηση βιβλίων από τους αγρότες και να διατηρηθεί η έκπτωση των τόκων από στεγαστικά δάνεια, σε ακόμη πιο μειωμένο ποσοστό (5%).


Ο δεύτερος… βοηθός χότζα, ο Κουβέλης, ψιλοαιφνιδιάστηκε. Είχε κανονίσει διαφορετικά την ατζέντα του και του ‘ρθε αχαμνά η κορύφωση του θορύβου. Ενώ αυτός είχε κανονίσει να ξαναζεστάνει το θέμα της απλής αναλογικής, ξαφνικά του προέκυψε κρεσέντο φορολογικολογίας. Ανακοίνωσε, λοιπόν, κι αυτός ότι διαφωνεί με το σχέδιο του Μαυραγάνη κι ότι τάσσεται υπέρ ενός δίκαιου φορολογικού συστήματος, το οποίο, όπως είπε σε μια ποιητική έξαρση, θα πρέπει να διαπνέεται από την αρχή «περισσότεροι φόροι από όλους και λιγότεροι φόροι από τον καθένα». Ανακοίνωσε, δε, ότι πλήρη πρόταση θα παρουσιάσει την επομένη.


Ηταν, λοιπόν, η ώρα να βγει στη σκηνή ο ίδιος ο Ναστρεντίν χότζας, κατά κόσμον Αντώνης Σαμαράς (ο μεγαλοπρεπής). Ηταν προγραμματισμένο να μιλήσει στο ετήσιο συνέδριο του Ελληνοαμερικάνικου Επιμελητήριου, οπότε προσέθεσε μια παρέκβαση στην ομιλία του. «Και πριν από ο,τιδήποτε άλλο, δύο διευκρινήσεις», είπε. «Δεν υπάρχει αυτό που ακούστηκε, για φόρο 45%, λέει, πάνω από 25 χιλιάδες ετήσιο εισόδημα. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Είναι έξω από τις θέσεις μου. Είναι αντίθετο με τις ιδέες μου. Είμαι με τη μεσαία τάξη. Οχι εναντίον της. Τα εισοδήματα μισθωτών και συνταξιούχων μέχρι 25 χιλιάδες ετησίως, θα έχουν φορολογική ελάφρυνση με τους νέους συντελεστές. Κι αυτό αφορά όσους παίρνουν ονομαστικά ως 2500 χιλιάδες το μήνα, δηλαδή την πλειονότητα μισθωτών και συνταξιούχων. Επίσης κάνουμε τη μεγάλη καινοτομία να δίνουμε επιδόματα σε κάθε παιδί, από το πρώτο παιδί! Με εισοδηματικά κριτήρια, όμως, για να δίνεται μεγαλύτερη ενίσχυση σε εκείνους που πραγματικά το έχουν ανάγκη».

Προσέξατε, ασφαλώς, το πρώτο ενικό πρόσωπο. Μπορεί ο Μαυραγάνης να τα έκανε σκατά, αλλά ο Αντώνιος ο μεγαλοπρεπής είναι εδώ και με μια του κίνηση, με μια του διαταγή, αποκαθιστά τα πράγματα και σταματά εν τη γενέσει της την κοινωνική αδικία. Οχι μόνο δε θ’ αδικηθούν οι φτωχοί από τη νέα φορολογική μεταρρύθμιση, αλλά θα έχουν και όφελος!


Την επομένη εμφανίστηκε στη σκηνή και ο… ιμάμης ή μέγας παρελασιάρχης. Αυτός που έχει πιαστεί το χέρι του να υπογράφει Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, που κουρελιάζουν το ίδιο το αστικό σύνταγμα (πάντοτε με αντιλαϊκό περιεχόμενο), όμως δεν κουράζεται να εκφράζει κάθε φορά «λόγον παρηγορίας» (στα εκκλησιαστικά κιτάπια λέγεται και «λόγος παραμυθίας») υπέρ των φτωχών και των αδυνάτων. Ο Κάρολος Παπούλιας, όπως είναι το κοσμικό όνομα του ιμάμη, δέχτηκε στο τέως παλάτι και νυν προεδρικό μέγαρο τον υπουργό Οικονομικών και τον συμβούλεψε –on camera, καταπώς το συνηθίζει– να προσέξει τις οικογένειες με παιδιά. Ο Στουρνάρας, φυσικά, συγκατένευσε και στο σημείο αυτό έληξε η πρώτη φάση της κοροϊδίας, με ένα ερώτημα να πλανάται: θα δεχτεί ο ελληνικός λαός να παίξει το ρόλο του αφελούς χωρικού, που τον εξαπάτησε ο παμπόνηρος χότζας, έτσι που στο τέλος να αισθάνεται ευτυχής με τη δυστυχία του;


Λίγο μετά την κορύφωση της κοροϊδίας από μεριάς του τρίο ξεφτίλα της συγκυβέρνησης, ο Στουρνάρας εμφανίστηκε σε τηλεοπτική εκπομπή. Εκεί διεκτραγώδησε το δράμα του, καθώς αισθάνεται σαν τον Ιησού εν μέσω δύο ληστών, όντας αναγκασμένος να ισορροπεί ανάμεσα στην τρόικα εσωτερικού και την τρόικα εξωτερικού: «Εκεί –παρότι αισθάνομαι μεγάλη δύναμη μέσα μου– ένιωσα ότι έφτασα στα όριά μου. Εκεί κατάλαβα τι σημαίνει να είσαι στη μέση. Από τη μία να σε τραβάει ο ένας και από την άλλη ο άλλος. Εκεί χρειάζεται δύναμη». Επειδή, λοιπόν, ο εκλεκτός των βιομηχάνων και των τραπεζιτών αισθάνεται δυνατός, είπε και μια αλήθεια, η οποία χάθηκε μέσα στον ορυμαγδό της προπαγάνδας:

«Ψηφίσαμε και συμφωνήσαμε με την τρόικα και τους εταίρους μας στο Eurogoup ότι η Ελλάδα το 2013 και το 2014 συνολικά να εξοικονομήσει 13,5 δισ. ευρώ., περίπου 10,5 δισ. από δαπάνες και περίπου 3 δισ. από έσοδα (…)Ενα κομμάτι είναι μια μίνι φορολογική μεταρρύθμιση που αποβλέπει να απλοποιήσει την κλίμακα, να βάλει μέσα στο φορολογικό “δίχτυ” ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες από το 2015, καθώς και να αυξήσει φόρους στις καταθέσεις, να αυξήσει φόρους στα τσιγάρα, να μειώσει την επιστροφή ΦΠΑ στους αγρότες. Ολα αυτά μας κάνουν περίπου 3 δισ. ευρώ. Είτε μας αρέσει, είτε όχι –εμένα δεν μου αρέσει– πρέπει να φέρουμε νέα έσοδα (…) Πράγματι είναι πολύ οδυνηρά τα μέτρα αυτά, δυστυχώς όμως δεν έχω δει καμία άλλη πρόταση να πέφτει πάνω στο τραπέζι».


Ας σοβαρευτούμε, λοιπόν, και ας κάνουμε κάποιους απλούς υπολογισμούς. Η φορολογική πολιτική πρέπει να φέρει στα κρατικά ταμεία περίπου 3 δισ. ευρώ παραπάνω. Με δεδομένη τη βαθιά ύφεση, το ποσό θα είναι μεγαλύτερο, γιατί θα πρέπει να καλυφθεί και η υστέρηση φόρων που θα προκύψει από την ύφεση, από την αδυναμία πληρωμής και από την άρνηση πληρωμής πολλών μικρών επιχειρήσεων (π.χ. μη απόδοση ΦΠΑ).


Είναι κοινωνικά άδικο το φορολογικό σύστημα; Είναι. Μπορεί αυτό το φορολογικό σύστημα να φέρει 3 δισ. επιπλέον έσοδα και ταυτόχρονα να γίνει πιο δίκαιο κοινωνικά; Η απάντηση είναι όχι και μάλλον δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε το γιατί. Εχει μήπως η συγκυβέρνηση την πρόθεση να φορολογήσει τις μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις και τα κέρδη τους; Ο ίδιος ο Σαμαράς είπε, ότι ένας από τους βασικούς στόχους της φορολογικής πολιτικής της συγκυβέρνησης είναι «η φορολογία να μην πλήττει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Να μειωθεί η επιβάρυνση των επιχειρήσεων ώστε να υπάρξουν επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας». (Οι επενδύσεις και οι νέες θέσεις εργασίας καθορίζονται από τη ζήτηση και την αύξηση της κατανάλωσης, γι’ αυτό μόνο ως παραμύθι ακούγονται οι σχετικές αναφορές του Σαμαρά. Τι μένει; Η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των καπιταλιστικών επιχειρήσεων). Εχει μήπως η συγκυβέρνηση την πρόθεση να φορολογήσει το συσσωρευμένο πλούτο των μεγαλοκαπιταλιστών; Ούτε αυτό πρόκειται να το κάνει, όπως δεν το έκανε καμιά αστική κυβέρνηση μέχρι τώρα, όπως δεν το κάνει καμιά αστική κυβέρνηση στον κόσμο. Αλλωστε, αυτοί έχουν φροντίσει μεγάλο μέρος του συσσωρευμένου ατομικού τους πλούτου να το έχουν περάσει σε off shore εταιρίες ή να το έχουν βγάλει (με διάφορους τρόπους) στο εξωτερικό. Με υπερτιμολογήσεις και υποτιμολογήσεις και με δεκάδες άλλες κομπίνες, απολύτως νομιμοφανείς, αποτελούν τους μεγαλύτερους φοροφυγάδες. Οσα κλέβει ένας μεγάλος καπιταλιστής δεν τα κλέβουν όλοι μαζί οι μικρομεσαίοι.


Τι μένει; Μένουν τα συνήθη υποζύγια, οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, που θα κληθούν να σηκώσουν και πάλι τα βάρη (τα παλιά και τα νέα). Προσθέστε και τους λεγόμενους μικρομεσαίους, για τους οποίους έχει λήξει η φορολογική ασυλία που κάποτε απολαμβάνανε, πλην όμως η φοροδοτική τους ικανότητα είναι χαμηλή και η δυνατότητά τους να φοροδιαφεύγουν τεράστια.


Πού μας οδηγεί όλο αυτό το παιχνίδι με την «προπαγάνδα της οργής» και τους σωτήρες της συγκυβέρνησης, που εμφανίζονται ως προστάτες των φτωχών και των αδυνάτων; Σε μια εξατομίκευση, η οποία είναι κοινωνικά απαράδεκτη και ατομικά απρόσφορη. Να κοιτάζει κάποιος να βρει αν «τον θίγει» κάποια επιμέρους διάταξη ή αν «τη γλίτωσε», όταν η φοροεπιδρομή θα χτυπήσει συνολικά τα φτωχά λαϊκά στρώματα και ιδιαίτερα εργαζόμενους και συνταξιούχους. Σε λίγες μέρες, το φορολογικό νομοσχέδιο θα πάρει την άγουσα για τη Βουλή. Και θα είναι ένα αντιλαϊκό νομοσχέδιο, που θα υλοποιεί ένα φορολογικό σύστημα ακόμη πιο αντιλαϊκό από το ισχύον. Αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια, ενώ οι λεπτομέρειες είναι τεχνικού χαρακτήρα και θα ρυθμιστούν από τη συγκυβέρνηση, υπό το άγρυπνο εποπτικό μάτι της τρόικας.


www.eksegersi.gr

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Σκουριασμένος χρυσός: Ένα αλλιώτικο παραμύθι που παλεύει να γίνει εφιάλτης…

Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα ψηλό βουνό, υπήρχε ένα πανέμορφο και επιβλητικό βασίλειο. Το βασίλειο ενός αρχέγονου δάσους που για πάρα πολλά χρόνια ήταν τόπος φιλόξενος για όλα τα ζωντανά πλάσματα της γης. Ένα μοναδικό αγχολυτικό για τον άνθρωπο, ένα πραγματικό δώρο για όποιον χρειαζόταν να ξεφύγει για λίγο από τους επικίνδυνους ρυθμούς της ζωής.

Για αυτό και ο άνθρωπος από πολύ νωρίς, φρόντισε να εγκατασταθεί κοντά στο βασίλειο αυτό, να δημιουργήσει το δικό του βασίλειο και να ζήσει αρμονικά με όλα τα πλάσματα του ξεχωριστού αυτού κόσμου.

Όμως καθώς περνούσαν τα χρόνια και κυλούσε ο καιρός, ο άνθρωπος είχε ανακαλύψει ένα άλλο τρόπο ζωής. Πιο γρήγορο, πιο περίπλοκο, είχε μπει στη ζωή του μια αρρώστια μοναδική, αγιάτρευτη, το χρήμα.

Επικρατούσε στις σκέψεις του, μοναδικός του μπούσουλας και κριτήριο έμελλε να γίνει αυτό. Ούτε η ομορφιά της φύσης που του είχε χαριστεί απλόχερα δεν μπορούσε να τον γιατρέψει.

Άρχισε να γίνεται σταδιακά αχάριστος, πλεονέκτης, η μανία για το χρήμα είχε κυριεύσει το μυαλό του, την ίδια του τη ζωή. Έπρεπε να βρει τρόπο να κερδίσει ακόμα περισσότερα χρήματα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και μάλιστα με κάθε τρόπο, με κάθε θυσία.

Ο τρόπος αυτός δεν άργησε να βρεθεί, το βασίλειο έκρυβε ένα μεγάλο μυστικό. Προσέφερε στον άνθρωπο φιλοξενία και θαλπωρή αλλά ακόμα και τροφή, εργασία, ζέστη αλλά στα έγκατα της γης υπήρχε ένας μεγάλος θησαυρός. Θησαυρός που μπορούσε να εμφανιστεί μόνο αν θυσιαζόταν το δάσος, η γη ολάκερη σχιζόταν στα δυο για να μπορέσει ο άνθρωπος να αρπάξει το μερίδιο πλούτου που στο άρρωστο μυαλό του κυριαρχεί.

Προσπάθειες έγιναν πολλές στο πέρασμα των χρόνων αλλά ποτέ δεν μπορούσαν να φέρουν τον επιθυμητό σκοπό. Οι οικογένειες των ανθρώπων που δεν είχαν ακόμα μολυνθεί με το μικρόβιο της πλεονεξίας, του γρήγορου πλουτισμού. Αυτοί έμελλε να οριστούν φύλακες του δάσους, προστάτες της ίδιας τους της ζωής, καθώς αν εξαφανιζόταν το δάσος, θα καταστρεφόταν και το ίδιο τους το σπιτικό.

Ερχόμενοι στο τώρα και αφού η ανάγκη για καθαρό οξυγόνο και γάργαρα νερά, είναι ακόμα πιο επιτακτική από ποτέ, η μάχη για τη θυσία του δάσους μοιάζει να έρχεται στο τέλος της. Ο άνθρωπος βρήκε τον τρόπο να ολοκληρώσει το άσχημο έργο του, να εξαφανίσει το τόσο πολύτιμο δάσος και να κερδίσει τον κρυμμένο θησαυρό.

Σύμμαχος στην προσπάθειά του αυτή, στάθηκε ένα πονηρό ξωτικό που υποσχέθηκε στους ανθρώπους ότι θα καλύψει την πλεονεξία τους αυτή. Αρκεί να τον ορίσουν παντοτινό αρχηγό τους, να είναι αυτός ο κυβερνήτης και οι άλλοι ας πάρουν τα λεφτά.

Έβαλε το σχέδιό του μπροστά το ξωτικό. Έσπειρε τη διχόνοια στην κοινωνία των ανθρώπων, έβαλε τους προστάτες του δάσους να μαλώνουν μεταξύ τους, εμβολίζοντας μερικούς που είχαν ανάγκη, είτε προσελκύοντας άλλους που απλά ήταν ευάλωτοι στο χρήμα. Εκμεταλλεύτηκε τις συγκυρίες των καιρών, τη φτώχεια και την ανέχεια που επικρατεί και πολιόρκησε τους πιο αδύναμους, παίρνοντάς τους με το μέρος του.

Έφερε κοντά του και άλλα ξωτικά, με μπόλικο χρήμα και δύναμη. Διείσδυσε σε όλους τους κρατικούς μηχανισμούς και κατόρθωσε σαν πολιορκητικός κριός να ανοίξει όποιες πόρτες ήταν καλά σφραγισμένες στη σήψη και τη σαπίλα.

Περίτεχνα τεχνάσματα ήταν στο καθημερινό πρόγραμμα, κατόρθωσε μέχρι και τη σφραγίδα του κράτους – προστάτη να κερδίσει, εξασφαλίζοντας στην ουσία ακόμα και τα πιστά σκυλιά του για να απωθήσει τους λιγοστούς εξεγερμένους που είχαν στήσει οδοφράγματα στο δρόμο της καταστροφής.

Εκεί που όλα έδειχναν ότι τελείωσε ο πόλεμος και το παιχνίδι είχε χαθεί, εμφανίστηκε η καλή μας η νεράιδα και γύρισε πάλι την κλεψύδρα από την αρχή. Η αλληλεγγύη έκανε την εμφάνισή της και όλοι οι υγιώς σκεπτόμενοι άνθρωποι άρχισαν να συσπειρώνονται μαζικά κάτω από τη σημαία της εξέγερσης, κάτω από ένα σύγχρονο λάβαρο της επανάστασης που είχε στηθεί στην καρδιά του αγαπημένου βασιλείου μας.

Από κάθε γωνιά της χώρας έσπευσαν, γυναίκες και άνδρες κάθε ηλικίας, να έρθουν και να προτάξουν τα στήθη τους μπροστά στα αδηφάγα αλυσοπρίονα του συστήματος που ήδη είχαν αρχίσει να εξαφανίζουν τα αρχέγονα δέντρα. Συνειδητά και μόνο και όχι κατευθυνόμενοι και βαλτοί από κάποια ύποπτα συμφέροντα, από κάποια μοχθηρά ξωτικά.

Τα έβαλαν με σκυλιά που δε διστάζουν να χτυπήσουν γυναίκες στο ψαχνό, να καταστρέψουν περιουσίες ανθρώπων, ακόμα και να κάψουν το ίδιο το δάσος για να επιταχύνουν το σχέδιο των αφεντικών τους. Σκυλιά που ανέβηκαν στο βουνό με μοναδικό σκοπό και στόχο να σκορπίσουν τον τρόμο και να εγκαθιδρύσουν ένα νέο κλίμα τρομοκρατίας σε όποιον προσπαθούσε να αμφισβητήσει την κυριαρχία των ξωτικών.

Μια κυριαρχία που πρέπει να σπάσει, οφείλουμε όλοι όσοι ακόμα έχουμε όνειρα μέσα μας, να σπάσουμε τα δεσμά, να διώξουμε αυτά τα γκρίζα σύννεφα που έχουν εμφανιστεί στον ορίζοντά μας.

Στο χέρι μας είναι να ακυρώσουμε τα σχέδιά τους, να αγωνιστούμε να μη καταλήξει αυτό το όμορφο παραμύθι να γίνει τρομερός εφιάλτης που θα στοιχειώσει τα όνειρα των παιδιών μας. Να μην επιτρέψουμε την μόλυνση του τόπου μας, να κρατήσουν για πάρτη τους το κυάνιο αυτοί που τόσο το γουστάρουν και το θεωρούν ακίνδυνο.

Το κέρδος μιας εταιρείας, ενός αχόρταγου φαταούλα, δεν μπορεί να μπει πάνω από την υγεία και το μέλλον ενός τόπου, μιας κοινωνίας ολόκληρης. Μην αφήσουμε να ξεκοιλιαστεί ένα βουνό για να αποδειχτεί ότι δεν κρύβεται θησαυρός αλλά σκουριασμένος χρυσός.

Για να ζήσουν αυτοί απλά και εμείς καλύτερα…



Κώστας Κουλ

Από τη στήλη “Η άλλη όψη...” στο efimeridadrasi.blogspot.com

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΥΠΗΡΧΕ ΕΝΑΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ...

Μιά φορά κι' έναν καιρό ένας ποταμός, λέει η παλιά Ανατολική παράδοση, έτρεχε ήρεμα πάνω στην καλοβολεμένη από λάσπη κοίτη του. Τα νερά του ήταν θολά και μέσα τους ζούσαν βαριά και μολυβένια ψάρια, απ' αυτά που αναζητούν την τροφή τους στη λάσπη.

Επειδή ήταν αβαθύς, κανένας άνθρωπος δεν είχε την ιδέα να κάνει γέφυρα και έτσι αρκούνταν στο να ρίχνουν μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες και να αυτοσχεδιάζουν δρόμους, που μόλις βρέχονταν από τα ήρεμα και αργά νερά.

Τα ζώα του δάσους
τον περνούσαν στα μέρη που ήταν λιγότερα βαθιά, ανακατεύοντας τα σπλάχνα του με τα πόδια τους. Για να πιούν νερό πήγαιναν στη κοντινή λίμνη, γιατί τα νερά του ποταμού ήταν σκοτεινά και δύσοσμα.

Αλλά μιά μέρα ο Θεός Ιντρα, που όλα τα βλέπει, λυπήθηκε τον δαίμονα του ποταμού, γιατί χωρίς να είναι χαζός, ενεργούσε σαν τέτοιος, έτσι που ήταν παγιδευμένος, ναρκωμένος από την αδράνεια και το βόλεμα. Είχε συνηθίσει να πατούν το σώμα του, που ήταν υγρό και δύσοσμο και γλοιώδες σαν νεκρό φίδι.
Με το πέρασμα του χρόνου, ο ποταμός είχε βολευτεί με τους εύκολους δρόμους και απόφευγε τις απότομες κατηφόρες.

Είχε γίνει άσχημος, μουγγός και οι όμορφες νεράιδες και τα ξωτικά των ακτών δεν τον πλησίαζαν ούτε καν τις νύχτες με πανσέληνο, για να φτιάξουν τους μαγικούς καθρέφτες τους.

Ενας από τους υπηρέτες του Ιντρα στέγνωσε τη γη μπροστά του και την ανύψωσε με τέτοιο τρόπο που τον ανάγκασε να εκτραπεί.

Ο γερο-ποταμός στην αρχή φοβήθηκε, άρχισε ν' αναστενάζει, αλλά γρήγορα ανακάλυψε την ηδονή του να πηδάει πάνω από τους βράχους, και μ' ένα μουγγρητό άρχισε να ισοπεδώνει δέντρα και ν' ανοίγει δρόμους, πηδώντας πάνω από αβύσσους και ορμώντας ενάντια σε τρομερούς βράχους.

Το νερό του έγινε καθαρό, αφού φιλτραριζόταν μέσα από τις αμμουδιές και τις πέτρες. Η κοίτη του έγινε πέτρινη και μερικές φορές μεταλλική και έλαμπαν οι φλέβες μέσα του. Από τα σπλάχνα του, που πρώτα ήταν σκοτεινά και κατηφή, γεννήθηκε ο άσπρος αφρός, γιατί η ασπράδα δεν εμφανίζεται, αν δεν υπάρχει μάχη, αν δεν υπάρχει εξαγνισμός.

Το ποτάμι γέμισε τότε με χρωματιστά ψάρια, απ' αυτά που ανεβαίνουν στα βουνά και οι καθαρές λιμνούλες που άφηνε στα πλάγια του, στολισμένες με τρομερούς βράχους, έγιναν η απόλαυση των Στοιχείων των νερών. Με την ιριδένια ανταύγεια των άστρων έκαναν οι Νύμφες τα μαγικά τους χτένια και έβγαλαν τους μαγικούς καθρέφτες από το βυθό των λιμνών.

Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν πιά να τον πατήσουν, αλλά ύψωσαν θριαμβευτικές αψίδες πάνω του, που τις ονόμασαν γέφυρες. Τα ζώα τον δέσχιζαν κολυμπώντας και καθαρά και λαμπερά σχολίαζαν ύστερα τη δύναμη του ποταμού. Στο τέλος όταν έφτασε στη μητέρα Γάγγα, τον υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα τα άλλα νερά, που αγκαλιαζόντουσαν με τα δικά του, φωνάζοντας από χαρά.

Και βλέποντας όλα αυτά και πολλά ακόμα, που δεν σας διηγούμαι, ο Ιντρα σκέπτεται τους πολλούς ανθρώπους που δεν χρησιμοποιούν τις δυνατότητές τους, τις ευκαιρίες τους και εξακολουθούν να είναι αργοί ποταμοί και λασπώδεις, χωρίς ανδρεία και χωρίς δόξα. Δυό δάκρυα κυλούν τότε από το πρόσωπό του το φλογερό και έτσι εμφανίζονται τα σύννεφα και τα πάντα στη Φύση γίνονται γκρίζα και τότε λυπάται για την ανθρώπινη ανοησία.

(απ'ο το γράμμα ενός ινδιάνου αρχηγού)

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Έντεκα Χριστουγεννιάτικα Λαμπιόνια (Ένα παιδικό παραμύθι)


Ένα μικρό κοριτσάκι με φακίδες ζούσε στο Μαγικό Χωριό και το έλεγαν Κατερίνα.

Ένα βράδυ, παραμονή Χριστουγέννων, όταν η μαμά της πήγε να τη βάλει για ύπνο, αυτή είπε ότι δε σκόπευε να κοιμηθεί. Ποτέ!

«Μα γιατί;» τη ρώτησε η μαμά της. «Επειδή υπάρχουν χίλια όμορφα πράγματα να κάνω ξύπνια! Δε θα κλείσω ξανά τα μάτια μου κι έτσι δε θα τα χάσω.» Η μαμά της Κατερίνας προσπάθησε να την πείσει να κοιμηθεί, τη νανούρισε, της έβαλε τις φωνές και στο τέλος παραιτήθηκε και πήγε για ύπνο.

Η Κατερίνα έμεινε μόνη στο δωμάτιο κι άναψε το φως. Δεν είχε όμως πει στη μαμά της τον κυριότερο λόγο που δεν ήθελε να κοιμηθεί: ένας συμμαθητής της τής είχε πει πως όταν μένεις ξύπνιος για πολλές μέρες, πράγματα φανταστικά αρχίζουν να συμβαίνουν, χωρίς να προσπαθήσεις καθόλου. Κι η Κατερίνα ήθελε να δει με τα μάτια της τα χίλια όμορφα πράγματα. Περίμενε, περίμενε αλλά η νύχτα δεν περνούσε με τίποτα. Διάβασε, έπαιξε και το μόνο περίεργο που συνέβαινε -και μάλιστα δεν ήταν καν περίεργο- ήταν ότι νύσταζε. Κόντευε να ξημερώσει όταν...

…Μουσική από τύμπανα ακούστηκε έξω απ’ το παράθυρό της. Έτρεξε κι είδε μια χριστουγεννιάτικη μπάντα με μουσικούς ντυμένους στα κόκκινα να κάνουν παρέλαση έξω απ’ το σπίτι της. Το κοριτσάκι άνοιξε το παράθυρο, βγήκε κι έτρεξε πίσω απ’ τη μπάντα. Άρχισε λοιπόν κι αυτή να κάνει παρέλαση, κοιτάζοντας αριστερά και δεξιά.

Αντί όμως για τους συγχωριανούς της τη μπάντα παρακολουθούσαν όλα τα ζωάκια του χωριού. Χαρούμενη χαιρέτησε τις πάπιες, τις γάτες, τα σκυλάκια, τους τρυποκάρυδους και τις αλεπούδες που χειροκροτούσαν. Τα χρώματά γύρω της ήταν όλα λάθος: τα δέντρα ήταν πορτοκαλί, ο ουρανός ροζ, η θάλασσα κίτρινη, τα σύννεφα πράσινα. Ήταν όμως πιο ωραία απ’ ότι συνήθως. «Αυτά πρέπει να ’ναι τα φανταστικά πράγματα που έλεγε ο συμμαθητής μου κι η μαμά δεν πίστευε», σκέφτηκε η Κατερίνα.

Η μπάντα την οδήγησε σ’ ένα λιβάδι και ξαφνικά εξαφανίστηκε. Η Κατερίνα κούνησε τα χέρια της στο αέρα. Εμφανίστηκε ένας μεγάλος άσπρος θάμνος. Από μέσα του πετάχτηκαν έντεκα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια που, αναμμένα, άρχισαν να γυρνούν γύρω από το κεφάλι της. Τη σήκωσαν στον αέρα και καθώς αυτή χειροκροτούσε ενθουσιασμένη την κάθισαν στην κορφή μιας πανύψηλης ρόδας λούνα-παρκ. Ήταν τόσο ψηλά που μπορούσε να δει πέρα από το Μαγικό Βουνό, κι αυτό που είδε εκεί της κίνησε την περιέργεια. Τινάχτηκε από το καρεκλάκι της και σ’ ένα δευτερόλεπτο βρέθηκε πίσω απ’ το βουνό, σε μια τεράστια έρημο. Παντού υπήρχε λευκή γαλάζια άμμος και περίτεχνοι δαντελωτοί αμμόλοφοι.

Η Κατερίνα προχώρησε κι είδε μερικούς χρυσούς φοίνικες και μια ροζ λιμνούλα. Βούτηξε και έφτασε στο βυθό της. Μια τρύπα τη ρούφηξε. Έπεφτε για πολύ ώρα μέσα σε ένα τούνελ καθώς πολύχρωμα φωτάκια αναβόσβηναν γύρω της. Πέρασε το εσωτερικό ολόκληρης της γης και βγήκε απ’ την άλλη πλευρά.

Τώρα ήταν στη ζούγκλα! Πανύψηλα πορτοκαλί δέντρα βρισκόταν γύρω της και πάνω τους μικρές μαϊμούδες. Πριν προλάβει το κοριτσάκι να αντιδράσει παρουσιάστηκε μπροστά του ένας νέος άντρας που φορούσε μια γαλάζια μπέρτα και είχε μια ασημένια κορώνα στο κεφάλι. «Καλώς ήρθες στη ζούγκλα!» της είπε. «Εγώ είμαι ο αυτοκράτορας της ζούγκλας. Πάμε στο παλάτι μου;».

Το κοριτσάκι ακολούθησε τον αυτοκράτορα κι έφτασαν μαζί σε ένα θεόρατο παλάτι φτιαγμένο όχι από χώμα ή πέτρες αλλά από χρυσά σύννεφα. Μια συννεφένια πύλη άνοιξε και μπήκαν μέσα. Η Κατερίνα πήγε μια βόλτα και εξερεύνησε όλα τα πουπουλένια δωμάτια, που ήταν γεμάτα παράξενα και τέλεια παιχνίδια. Μόνο μια πόρτα δε μπόρεσε να ανοίξει. «Τι είναι εδώ;» ρώτησε τον αυτοκράτορα κι αυτός αποκρίθηκε: «Εδώ είναι η Εκπληκτική Αίθουσα. Και δε μπαίνει κανείς εκτός από μένα.» «Μα γιατί; Ταξίδεψα από τόσο μακριά...» Ο αυτοκράτορας δίστασε. «Επειδή φαίνεσαι καλό κοριτσάκι θα σε αφήσω να μπεις μονάχα όμως αν βρεις τη λύση στο αίνιγμα που θα σου πω. Από ψηλά γκρεμίζεται, πέφτει και δεν ραγίζεται. Τι είναι...;»

Η Κατερίνα το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει και λύση δε βρήκε. Τη στιγμή που ήταν έτοιμη να παραιτηθεί τα έντεκα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια ξανάναψαν γύρω από το κεφάλι της, δίνοντάς της μια ιδέα. «Είναι η βροχή!» φώναξε. «Σωστά», είπε ο Αυτοκράτορας, «αυτό είναι!» και πάτησε ένα κουμπί. Η συννεφένια πόρτα άνοιξε αργά-αργά και το κοριτσάκι μπήκε σε μια ψηλή και μεγάλη αίθουσα. Ήταν γεμάτη ψάρια που πετούσαν! Σε κάθε σπιθαμή της, απ’ το πάτωμα μέχρι το ταβάνι πετούσαν τα πιο πανέμορφα ψαράκια που είχε δει ποτέ. Είχαν όλα διαφορετικά χρώματα και διαφορετικά σχήματα. Η Κατερίνα σηκώθηκε στον αέρα και άρχισε να πετάει με τα ψάρια και να παίζει μαζί τους. «Έχω τα χίλια πιο σπάνια ιπτάμενα ψάρια του κόσμου. Σ’ αρέσει το ιπτάμενο ενυδρείο μου;.» τη ρώτησε ο Αυτοκράτορας. «Πάρα πολύ» απάντησε αυτή γελώντας...

Είχε μεσημεριάσει κι η μαμά γυρνούσε σπίτι μ’ ένα χριστουγεννιάτικο δώρο για τη μικρή Κατερίνα. Μπήκε στο δωμάτιό και βρήκε την κόρη της στο κρεβάτι. «Ξύπνα υπναρού...» της είπε τρυφερά και το κορίτσι ξύπνησε έκπληκτο κι έτριψε τα μάτια του. Η μαμά γέλασε: «Εσύ δεν είσαι που δε θα κοιμόσουν ποτέ; Τα έκλεισες τα μάτια σου τελικά; Είδες κανένα ωραίο όνειρο;» Η Κατερίνα τα είχε χαμένα... Την πήρε τελικά ο ύπνος...

Τότε η μαμά τής έδωσε ένα δώρο. Το κορίτσι άνοιξε το περιτύλιγμα και βρέθηκε μπροστά σ’ ένα μεγάλο γυάλινο ενυδρείο. Μέσα κολυμπούσαν πολλά μικροσκοπικά ψαράκια. Τι όμορφα που ήταν! Η μαμά τής έδωσε τροφή κι η Κατερίνα τα τάισε. Μαζεύτηκαν όλα μαζί, σαν σύννεφο, και τσιμπολογούσαν την τροφή, καθώς το κοριτσάκι σκεφτόταν πόσα να ’ταν τα ψάρια μέσα στο ενυδρείο . Η μαμά της, λες και μάντεψε τη σκέψη της τής είπε: «Μην κουράζεσαι να τα μετράς. Είναι ακριβώς χίλια.»

Κι η Κατερίνα θυμήθηκε: «Χίλια... Τα χίλια όμορφα πράγματα... μαμά σ’ ευχαριστώ πολύ!» Το κοριτσάκι αγάπησε όλα τα ψαράκια της και δε θέλησε να ξαναμείνει ξύπνια τα βράδια. Είχε πλέον μάθει πως φανταστικά πράγματα μπορούν να συμβούν και με ανοιχτά αλλά και με κλειστά μάτια...

http://enteka.blogspot.com/2006/12/blog-post_116678192413413430.html

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Ο ποταμός

Μιά φορά κι' έναν καιρό ένας ποταμός, λέει η παλιά Ανατολική παράδοση, έτρεχε ήρεμα πάνω στην καλοβολεμένη από λάσπη κοίτη του. Τα νερά του ήταν θολά και μέσα τους ζούσαν βαριά και μολυβένια ψάρια, απ' αυτά που αναζητούν την τροφή τους στη λάσπη.

Επειδή ήταν αβαθύς, κανένας άνθρωπος δεν είχε την ιδέα να κάνει γέφυρα και έτσι αρκούνταν στο να ρίχνουν μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες και να αυτοσχεδιάζουν δρόμους, που μόλις βρέχονταν από τα ήρεμα και αργά νερά.

Τα ζώα του δάσους τον περνούσαν στα μέρη που ήταν λιγότερα βαθιά, ανακατεύοντας τα σπλάχνα του με τα πόδια τους. Για να πιούν νερό πήγαιναν στη κοντινή λίμνη, γιατί τα νερά του ποταμού ήταν σκοτεινά και δύσοσμα.

Αλλά μιά μέρα ο Θεός Ιντρα, που όλα τα βλέπει, λυπήθηκε τον δαίμονα του ποταμού, γιατί χωρίς να είναι χαζός, ενεργούσε σαν τέτοιος, έτσι που ήταν παγιδευμένος, ναρκωμένος από την αδράνεια και το βόλεμα. Είχε συνηθίσει να πατούν το σώμα του, που ήταν υγρό και δύσοσμο και γλοιώδες σαν νεκρό φίδι.
Με το πέρασμα του χρόνου, ο ποταμός είχε βολευτεί με τους εύκολους δρόμους και απόφευγε τις απότομες κατηφόρες.

Είχε γίνει άσχημος, μουγγός και οι όμορφες νεράιδες και τα ξωτικά των ακτών δεν τον πλησίαζαν ούτε καν τις νύχτες με πανσέληνο, για να φτιάξουν τους μαγικούς καθρέφτες τους.

Ενας από τους υπηρέτες του Ιντρα στέγνωσε τη γη μπροστά του και την ανύψωσε με τέτοιο τρόπο που τον ανάγκασε να εκτραπεί.

Ο γερο-ποταμός στην αρχή φοβήθηκε, άρχισε ν' αναστενάζει, αλλά γρήγορα ανακάλυψε την ηδονή του να πηδάει πάνω από τους βράχους, και μ' ένα μουγγρητό άρχισε να ισοπεδώνει δέντρα και ν' ανοίγει δρόμους, πηδώντας πάνω από αβύσσους και ορμώντας ενάντια σε τρομερούς βράχους.

Το νερό του έγινε καθαρό, αφού φιλτραριζόταν μέσα από τις αμμουδιές και τις πέτρες. Η κοίτη του έγινε πέτρινη και μερικές φορές μεταλλική και έλαμπαν οι φλέβες μέσα του. Από τα σπλάχνα του, που πρώτα ήταν σκοτεινά και κατηφή, γεννήθηκε ο άσπρος αφρός, γιατί η ασπράδα δεν εμφανίζεται, αν δεν υπάρχει μάχη, αν δεν υπάρχει εξαγνισμός.

Το ποτάμι γέμισε τότε με χρωματιστά ψάρια, απ' αυτά που ανεβαίνουν στα βουνά και οι καθαρές λιμνούλες που άφηνε στα πλάγια του, στολισμένες με τρομερούς βράχους, έγιναν η απόλαυση των Στοιχείων των νερών. Με την ιριδένια ανταύγεια των άστρων έκαναν οι Νύμφες τα μαγικά τους χτένια και έβγαλαν τους μαγικούς καθρέφτες από το βυθό των λιμνών.

Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν πιά να τον πατήσουν, αλλά ύψωσαν θριαμβευτικές αψίδες πάνω του, που τις ονόμασαν γέφυρες. Τα ζώα τον δέσχιζαν κολυμπώντας και καθαρά και λαμπερά σχολίαζαν ύστερα τη δύναμη του ποταμού. Στο τέλος όταν έφτασε στη μητέρα Γάγγα, τον υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα τα άλλα νερά, που αγκαλιαζόντουσαν με τα δικά του, φωνάζοντας από χαρά.

Και βλέποντας όλα αυτά και πολλά ακόμα, που δεν σας διηγούμαι, ο Ιντρα σκέπτεται τους πολλούς ανθρώπους που δεν χρησιμοποιούν τις δυνατότητές τους, τις ευκαιρίες τους και εξακολουθούν να είναι αργοί ποταμοί και λασπώδεις, χωρίς ανδρεία και χωρίς δόξα. Δυό δάκρυα κυλούν τότε από το πρόσωπό του το φλογερό και έτσι εμφανίζονται τα σύννεφα και τα πάντα στη Φύση γίνονται γκρίζα και τότε λυπάται για την ανθρώπινη ανοησία.

από το γράμμα ενός ινδιάνου αρχηγού στον πρόεδρο των ΗΠΑ

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Παραμύθι: Το σύννεφο και ο αμμόλοφος


μια ερωτική ιστορία αγάπης του Paulo Coelho


Ένα νεαρό σύννεφο γεννήθηκε στο μέσο μιας μεγάλης καταιγίδας στη Μεσόγειο. Αλλά δεν πρόλαβε να μεγαλώσει εκεί, ένας δυνατός άνεμος έσπρωξε όλα τα σύννεφα προς την Ανατολή.
Μόλις έφτασαν στην ήπειρο, το κλίμα άλλαξε στον ουρανό έλαμπε ένας γενναιόδωρος ήλιος και από κάτω τους εκτεινόταν η χρυσαφένια άμμος της ερήμου Σαχάρα. Ο άνεμος συνέχισε να τα σπρώχνει προς τα δάση του Νότου, καθώς στη έρημο δεν βρέχει σχεδόν ποτέ.

Ωστόσο, τα νεαρά σύννεφα είναι σαν τους νεαρούς ανθρώπους. Το σύννεφό μας λοιπόν αποφάσισε ν’ απομακρυνθεί από τους γονείς του και τους μεγαλύτερους φίλους του για να γνωρίσει τον κόσμο.

- Τι κάνεις εκεί; Φώναξε ο άνεμος. Η έρημος είναι όλη ίδια!

Γύρνα στο σμήνος και θα πάμε στο κέντρο της Αφρικής, όπου υπάρχουν εκθαμβωτικά βουνά και δέντρα!

Αλλά το νεαρό σύννεφο, ανυπότακτο από τη φύση του, δεν υπάκουσε. Χαμήλωσε σιγά-σιγά, έως ότου κατάφερε να αιωρηθεί σε μια γενναιόδωρη και γλυκιά αύρα και να πλησιάσει τη χρυσαφένια άμμο. Αφού τριγύρισε αρκετά, πρόσεξε ότι ένας από τους αμμόλοφους του χαμογελούσε. Είδε ότι κι εκείνος ήταν νέος, πρόσφατα σχηματισμένος από τον άνεμο που μόλις είχε περάσει. ήην ίδια στιγμή ερωτεύτηκε την χρυσή του κόμη.

- Καλημέρα, είπε. Πώς είναι η ζωή εκεί κάτω;

- Έχω την συντροφιά των άλλων αμμόλοφων, του ήλιου, του ανέμου και των καραβανιών που περνούν από δω πότε-πότε. Μερικές φορές κάνει πολλή ζέστη, όμως είναι υποφερτή. Και πώς είναι η ζωή εκεί πάνω;

- Κι εδώ υπάρχει άνεμος και ήλιος, αλλά το πλεονέκτημα είναι ότι μπορώ και τριγυρνάω στον ουρανό και να μαθαίνω πολλά πράγματα.

- Για μένα η ζωή είναι σύντομη, είπε ο αμμόλοφος. Όταν ο άνεμος επιστρέψει από τα δάση, θα εξαφανιστώ.

- Και αυτό σου προκαλεί θλίψη;

- Μου δίνει την εντύπωση ότι δεν χρησιμεύω σε τίποτα.

- Κι εγώ αισθάνομαι το ίδιο. Μόλις περάσει ο επόμενος άνεμος θα πάω στο Νότο και θα μεταμορφωθώ σε βροχή. Αυτή είναι η μοίρα μου ωστόσο.

Ο αμμόλοφος δίστασε, αλλά τελικά είπε:

- Ξέρεις ότι εμείς εδώ στην έρημο τη βροχή την λέμε «παράδεισο»;

- Δεν ήξερα ότι μπορούσα να μεταμορφωθώ σε κάτι τόσο σημαντικό, είπε το σύννεφο γεμάτο περηφάνια.

- Έχω ακούσει πολλούς μύθους από γέρικους αμμόλοφους . Λένε ότι μετά τη βροχή καλυπτόμαστε από χλόη και λουλούδια. Εγώ όμως ποτέ δεν θα μάθω τι είναι αυτό, γιατί στην έρημο βρέχει πολύ σπάνια.

Ήταν η σειρά του σύννεφου να διστάσει. Αμέσως μετά όμως του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο.

- Αν θέλεις, μπορώ να ρίξω πάνω σου βροχή. Αν και μόλις έφτασα, σ’ έχω ερωτευθεί και θα Τθελα να μείνω εδώ για πάντα.

- Όταν σε είδα για πρώτη φορά στον ουρανό κι εγώ σε αγάπησα, είπε ο αμμόλοφος. Αν όμως μεταμορφώσεις την ωραία λευκή κόμη σου σε βροχή, θα πεθάνεις.

- Η Αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ, είπε το σύννεφο. Μεταμορφώνεται. Κι εγώ θέλω να σου δείξω τον παράδεισο.

Άρχισε λοιπόν να χαϊδεύει τον αμμόλοφο με μικρές σταγόνες και παρέμειναν μαζί μέχρι που εμφανίστηκε το ουράνιο τόξο. ήην επόμενη μέρα ο μικρός αμμόλοφος ήταν καλυμμένος με λουλούδια. Κάποια σύννεφα που περνούσαν με προορισμό την Αφρική νόμισαν ότι εκεί ήταν ένα κομμάτι του δάσους που έψαχναν κι έριξαν κι άλλη βροχή. Λίγα χρόνια μετά, ο αμμόλοφος είχε μεταμορφωθεί σε όαση, η οποία δρόσιζε τους με τη σκιά των δέντρων της.

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Πρόσεχε την ψυχή σου! (Διδακτικό Παραμύθι)

Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος είχε ένα γιο πονηρό. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για αλλαγή προς το καλύτερο, ο πατέρας καταδίκασε τον γιο του σε θάνατο.
Του έδωσε ένα μήνα περιθώριο για να προετοιμαστεί.

Πέρασε ο μήνας, και ο πατέρας ζήτησε να παρουσιασθεί ο γιος του. Προς μεγάλη του έκπληξη, παρατήρησε πως ο νεαρός ήταν αισθητά αλλαγμένος: το πρόσωπό του ήταν αδύνατο και χλωμό, και ολόκληρο το κορμί του έμοιαζε να είχε υποφέρει.

«-Πώς και σου συνέβη τέτοια μεταμόρφωση, γιέ μου;», ρώτησε ο πατέρας.
«-Πατέρα μου και κύριέ μου», απάντησε ο γιος, «πώς είναι δυνατόν να μην έχω αλλάξει, αφού η κάθε μέρα με έφερνε πιο κοντά στον θάνατο;».
«-Καλώς, παιδί μου», παρατήρησε ο βασιλιάς. «Επειδή προφανώς έχεις έρθει στα συγκαλά σου, θα σε συγχωρήσω. Όμως, θα χρειαστεί να τηρήσεις αυτή την διάθεση επιφυλακής της ψυχής σου, για την υπόλοιπη ζωή σου».
«-Πατέρα μου», απάντησε ο γιος, «αυτό είναι αδύνατο. Πώς θα μπορέσω να .. αντισταθώ στα αμέτρητα ξελογιάσματα και τους πειρασμούς;».

Ο βασιλιάς τότε διέταξε να του φέρουν ένα δοχείο γεμάτο λάδι, και είπε στον γιο του:
«-Πάρε αυτό το δοχείο, και μετάφερέ το στα χέρια σου, διασχίζοντας όλους τους δρόμους της πόλεως. Θα σε ακολουθούν δύο στρατιώτες με κοφτερά σπαθιά. Εάν χυθεί έστω και μία σταγόνα από το λάδι, θα σε αποκεφαλίσουν».

Ο γιος υπάκουσε. Με ανάλαφρα, προσεκτικά βήματα, διέσχισε όλους τους δρόμους της πόλεως, με τους στρατιώτες να τον συνοδεύουν συνεχώς, και δεν του χύθηκε ούτε μία σταγόνα.
Όταν επέστρεψε στο κάστρο, ο πατέρας τον ρώτησε:
«-Γιέ μου, τι πρόσεξες καθώς τριγυρνούσες μέσα στους δρόμους της πόλεως;».
«-Δεν πρόσεξα τίποτε».
«-Τι εννοείς, ‘τίποτε';», τον ρώτησε ο βασιλιάς. «Σήμερα ήταν μεγάλη γιορτή. Σίγουρα θα είδες τους πάγκους που ήταν φορτωμένοι με πολλές πραμάτειες, τόσες άμαξες, τόσους ανθρώπους, ζώα».
«-Δεν είδα τίποτε απ' όλα αυτά», είπε ο γιος. «Όλη η προσοχή μου ήταν στραμμένη
στο λάδι μέσα στο δοχείο. Φοβήθηκα μην τυχόν μου χυθεί μια σταγόνα και έτσι
χάσω τη ζωή μου».
«-Πολύ σωστή η παρατήρησή σου», είπε ο βασιλιάς.
«Κράτα λοιπόν αυτό το μάθημα κατά νου, για την υπόλοιπη ζωή σου. Να τηρείς
την ίδια επιφυλακή για την ψυχή μέσα σου, όπως έκανες σήμερα για το λάδι μέσα στο δοχείο. Να στρέφεις τους λογισμούς σου μακριά από εκείνα που γρήγορα παρέρχονται, και να τους προσηλώνεις σε εκείνα που είναι αιώνια.
Θα είσαι ακολουθούμενος, όχι από οπλισμένους στρατιώτες, αλλά από τον θάνατο,
στον οποίον η κάθε μέρα μας φέρνει πιο κοντά. Να προσέχεις πάρα πολύ
να φυλάς την ψυχή σου από όλους τους καταστροφικούς πειρασμούς».

Ο γιος υπάκουσε τον πατέρα, και έζησε έκτοτε ευτυχής.

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, 1805 – 1875

Δανός συγγραφέας και ποιητής, πασίγνωστος σ' όλο τον κόσμο για τα παραμύθια του. Γιος ενός παπουτσή και μιας πλύστρας, γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1805 στην πόλη Οντένσε. Έμεινε ορφανός από πατέρα στα 11 του χρόνια και έκανε διάφορες δουλειές για να τα φέρει βόλτα αυτός και η μητέρα του. Το σχολείο ήταν μια πολυτέλεια για τον μικρό Χανς Κρίστιαν.

Το προσωπικό του καταφύγιο, τις όποιες ελεύθερες ώρες είχε, ήταν ένα μικρό κουκλοθέατρο. Έφτιαχνε με τα ίδια του τα χέρια τις κούκλες, τις έντυνε κι έδινε τις δικές του προσωπικές παραστάσεις, με έργα κυρίως του Σαίξπηρ, τα οποία απομνημόνευε με χαρακτηριστική ευκολία.

Η χάρη του αυτή ... έφτασε στα αυτιά του βασιλιά της Δανίας Φρειδερίκου του 6ου, ο οποίος ενδιαφέρθηκε προσωπικά για το παράξενο αυτό αγόρι. Τον έστειλε σ' ένα από τα καλύτερα σχολεία της χώρας, καταβάλλοντας ο ίδιος τα δίδακτρα. Μετά κόπων και βασάνων, ο Χανς Κρίστιαν τελείωσε το Γυμνάσιο σε ηλικία 23 ετών. «Τα χρόνια αυτά ήταν τα πιο πικρά και σκοτεινά της ζωής μου», έγραψε στην αυτοβιογραφία του. Στη συνέχεια γράφεται στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Το 1822 εκδίδει το πρώτο βιβλίο του, που θα περάσει απαρατήρητο. Το 1829 γράφει μια ιστορία φαντασίας με τίτλο «Περίπατος από το κανάλι του Χόλμενς στο ανατολικό σημείο του νησιού Άμαγκερ, που θα σημειώσει μεγάλη επιτυχία. Συνεχίζει να γράφει, ποιήματα, θεατρικά έργα, λιμπρέτα για λυρικά έργα, μυθιστορήματα, που γνωρίζουν επιτυχία περισσότερο στη Γερμανία, παρά στην πατρίδα του.

Το 1835 δημοσιεύει τα πρώτα του «Παραμύθια για παιδιά» και μόνο 8 χρόνια αργότερα κερδίζουν την επιδοκιμασία του κόσμου. Θα γράψει συνολικά 168 παραμύθια ως το 1872 με πιο γνωστά, «Τα κόκκινα Παπούτσια», «Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι», «Η βασίλισσα του χιονιού», «Το ασχημόπαπο», «Το μολυβένιο στρατιωτάκι», «Το μικρό έλατο», «Η μικρή γοργόνα», «Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα», «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα» και «Η Τοσοδούλα».

Ενώ τα έργα του Άντερσεν είναι σχεδόν άγνωστα έξω από τη Δανία και τις γειτονικές της χώρες, τα παραμύθια του είναι από τα πιο πολυμεταφρασμένα έργα σ' όλη την ιστορία της λογοτεχνίας. Μολονότι βασίζονται σε λαϊκούς θρύλους, τα περισσότερα χαρακτηρίζονται από έναν ηθικό ρεαλισμό, παρά απ' την ανάγκη εκπλήρωσης μιας επιθυμίας. Οι κακοί δεν είναι δράκοι ή μάγισσες των λαϊκών μυθιστοριών, αλλά εκπρόσωποι ανθρώπινων αδυναμιών, όπως ματαιοδοξίας, σνομπισμού ή εγωιστικής αδιαφορίας. Ορισμένα από τα παραμύθια του αποκαλύπτουν μία αισιόδοξη πίστη στην επικράτηση του καλού και του ωραίου, άλλα είναι βαθιά απαισιόδοξα και έχουν δυσάρεστο τέλος.

Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν θα διακριθεί και στην ταξιδιωτική λογοτεχνία. Από το 1833 ως το 1857 πραγματοποιεί 29 ταξίδια σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική, γνωρίζεται με μεγάλες προσωπικότητες της εποχής και καταγράφει τις εμπειρίες του σε σειρά ταξιδιωτικών βιβλίων.

Τα βήματά του θα τον φέρουν ως την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1841. Στο οδοιπορικό του «Το Παζάρι ενός ποιητή», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Εστία» με τον τίτλο «Οδοιπορικό στην Ελλάδα» περιγράφει λεπτομερώς τη διαμονή στην Αθήνα.

Παρά τις ανησυχίες και τις φοβίες του, δεν δίστασε να ταξιδέψει και να επισκεφτεί το Θησείο, το Φάληρο, τον Κολωνό και την Ακρόπολη, όπου ανέβαινε κάθε μέρα. Με ειδική άμαξα εξόρμησε στα χωριά των Μεσογείων, αλλά και τις πλαγιές της Πεντέλης.

Η προσωπική του ζωή δεν μοιάζει με την εικόνα ενός καλοκάγαθου τζέντλεμαν, που αφιέρωσε τη ζωή του ολοκληρωτικά στη συγγραφή έργων για παιδιά, μα πιο πολύ με την εικόνα ενός φιλόδοξου, τρωτού, ματαιόδοξου, ευαίσθητου και ευφυή άνδρα. Δεν έκανε οικογένεια, αν και πολλές φορές ερωτεύτηκε βαθιά, ιδιαίτερα τη διάσημη σουηδέζα τραγουδίστρια Γιένυ Λιντ.

Την άνοιξη του 1872, ο Άντερσεν έπεσε από το κρεβάτι του και χτύπησε σοβαρά. Δεν ξανάγινε ποτέ τελείως καλά και στις 4 Αυγούστου του 1875 πέθανε, σε ηλικία 70 ετών.

sansimera.gr


Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Ένα μικρό παραμύθι

Μια φορά και έναν καιρό, εκεί ψηλά -ψηλά στον Ουρανό, όπου δεν υπάρχουν ούτε οι πίκρες, ούτε ο πόνος- πετούσαν, παίζοντας οι δύο Ψυχές.
Ας τις ονομάσουμε Μικρούλης και Μικρούλα.
Αυτές ήσαν ελεύθερες εκεί, ένιωθαν τόσο καλά και χαρούμενα, έπαιζαν μεταξύ τους, ακτινοβολώντας αντί της γήινης γλώσσας ένα τρυφερό-τρυφερό γαλανόλευκο φως.

- Σ' αγαπώ!- άφηνε την ακτίνα του Ουράνιου φωτός η μια Ψυχή, ζεσταίνοντας με την αγάπη της την άλλη.
- Και γω σ' αγαπώ ακόμη πιο πολύ- άφηνε εις απάντηση την δική της ακτίνα του φωτός η άλλη Ψυχή, ζεσταίνοντας με την αγάπη της την πρώτη.
- Εγώ σ' αγαπώ πιο πολύ!
- Όχι, εγώ σ' αγαπώ πιο πολύ!

Έτσι χαίρονταν αυτές χωρίς τα βάσανα.....

έχοντας στην διάθεσή τους ολόκληρο το Σύμπαν, πετώντας στα ατελείωτα πέρατά του με τρομερή ταχύτητα, ακτινοβολώντας παντού το φως: Σ' αγαπώ!

Οι Άγγελοι του Ουρανού χαμογελούσαν και χαίρονταν γι' αυτές τις δυο Ψυχές, που έπαιζαν αμέριμνες και απολάμβαναν την αγάπη μεταξύ τους.
Μια φορά η Ψυχή, που την έλεγαν Μικρούλα κοίταξε προς τα κάτω και είδε τον πλανήτη Γη.

- Μικρούλη! Τι λες, δεν πάμε εκεί κάτω να δούμε πως είναι;

- Όχι, δεν χρειάζεται, Μικρούλα! Καλά είμαστε εδώ. Εκεί κάτω θα χαθούμε και δεν θα είμαστε μαζί.

- Μικρούλη! Θέλω να πάω εκεί κάτω να δω πως είναι. Θα με αφήσεις μόνη;

- Άκουσέ με, Μικρούλα! Θα μας ποτίσουν πριν την ενσάρκωση με το νερό την Λήθης και θα δυσκολευτούμε πάρα πολύ να αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον. Έτσι θα μπλεκόμαστε με τον κάθε τυχόντα με την κρυφή ελπίδα να βρούμε στο πρόσωπό του ο ένας τον άλλον και στο τέλος θα απογοητευόμαστε και θα βασανιζόμαστε. Μπορεί να μην βρεθούμε ποτέ και να περάσουμε όλη την γήινη ζωή ψάχνοντας ο ένας τον άλλον. Καλύτερα ας μείνουμε εδώ, Μικρούλα!

- Μη φοβάσαι, Μικρούλη! Ακόμα κι' αν δεν βρεθούμε εκεί κάτω- πάλι θα γυρίσουμε εδώ και πάλι θα βρεθούμε. Θέλω να δω πως είναι εκεί κάτω! Έλα, πάμε, Μικρούλη!

- Εντάξει, αφού το θέλεις τόσο πολύ -απρόθυμα απάντησε ο Μικρούλης- θα έλθω μαζί σου εκεί κάτω, αλλά να θυμάσαι- θα περάσει πάρα πολύς καιρός ως που να ανταμωθούμε και αναγνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.

- Δεν πειράζει! Έτσι θα μάθουμε να αγαπάμε και να εκτιμάμε ακόμη πιο πολύ ο ένας τον άλλον,- είπε η Μικρούλα.

Οι Ψυχές του Μικρούλη και της Μικρούλας ήλθαν στον Άγγελο της Ενσάρκωσης.

- Θέλουμε να πάμε κάτω στην Γη.
- Το σκεφτήκατε καλά αυτό;- τους ρώτησε ο Άγγελος.
- Ναι. Αποφασίσαμε να πάμε κάτω και να δούμε πως θα είναι εκεί τα πράγματα για μας.
- Εντάξει τότε, ετοιμαστείτε για την ενσάρκωση,- τους είπε ο Άγγελος.- Ποιος από σας θέλει να γεννηθεί πρώτος; Ποιος θα κατέβει πρώτος κάτω στην Γη;

Ο Μικρούλης και η Μικρούλα κοιταχτήκανε, κάνοντας ο ένας στον άλλον την βουβή ερώτηση-ποιος;

- Εγώ θα κατέβω πρώτος- είπε ο Μικρούλης- αλλά εσύ Μικρούλα μην αργήσεις πολύ να έλθεις, μην μ' αφήνεις για πολύ καιρό μόνο μου εκεί.
- Εντάξει- του είπε η Μικρούλα- μετά από σένα και γω θα κατέβω αμέσως. Πήγαινε τώρα.

Ο Μικρούλης, κοιτώντας για τελευταία φορά την Μικρούλα, που για πρώτη φορά θα την άφηνε μονάχη, πλησίασε στενοχωρημένος τον Άγγελο της Ενσάρκωσης.

- Πρέπει να πιεις όλο το νερό της Λήθης- του είπε ο Άγγελος- θα ξεχάσεις τα πάντα- ποιος είσαι στην πραγματικότητα, ποια είναι η Μικρούλα σου, δεν θα θυμάσαι τίποτε πια, αλλά μέσα σου θα διατηρηθεί εκείνο το θολό αίσθημα του κάτι που ήταν παλιά και μ' αυτό το αίσθημα εσύ θα προσανατολίζεσαι εκεί κάτω στην Γη. Και τώρα πιες το νερό της Λήθης!

Ο Μικρούλης έριξε για άλλη μια φορά το βλέμμα του στην Μικρούλα, ρωτώντας την βουβά- να το πιω;
Πιες! - το ίδιο βουβά με το βλέμμα της του απάντησε η Μικρούλα- και γω θα πιω μετά από σένα.

Ο Μικρούλης ήπιε όλο το νερό και αμέσως ξέχασε τα πάντα- ποιος είναι, ποια είναι η Μικρούλα έγινε τελείως διαφορετικός, δεν θυμόταν απολύτως τίποτε.
Τον έριξαν κάτω στην Γη στην κοιλιά μίας μάνας που του διάλεξαν οι Άγγελοι από πάνω.
Λίγο αργότερα τα ίδια έκαναν και στην Μικρούλα. Και αυτή ξέχασε τα πάντα.
Μόνο ένα θολό αίσθημα έμεινε και στους δυο- το σημάδι του παρελθόντος, - αυτή η ακατανόητη φωνή, που κάποια φορά ψιθύριζε, και κάποια φορά φώναζε μέσα τους:

- Όχι! Δεν είναι αυτός! Όχι, δεν είναι αυτή! Μα που βρίσκεται ο δικός μου, Θεέ μου;!
Που βρίσκεται η δική μου, Θεέ μου;!
Από τότε πέρασαν πάρα πολλά χρόνια. Ο Μικρούλης και η Μικρούλα δεν κατάφεραν να βρεθούν, είχαν χαθεί μέσα στο ατελείωτο χείμαρρο της γήινης ζωής, συνάπτοντας σχέσεις με τους άλλους, με την τυφλή ελπίδα- μήπως τελικά είναι αυτός; Μήπως τελικά είναι αυτή;
Ο καθένας τους έχει κάνει την δική του οικογένεια και ανήκε πια οριστικά αλλού.
Είχαν χάσει την κάθε ελπίδα να βρει ο ένας τον άλλον στην Γη, απλά περίμεναν την ώρα της αντάμωσης στον Ουρανό για να πουν ο ένας στον άλλον τόσα πράγματα, που δεν χωράει ο νους.
Όμως οι Άγγελοι του Ουρανού αποφάσισαν να τους οργανώσουν την συνάντηση- και αυτοί τελικά συναντήθηκαν, αλλά όχι ελεύθεροι πια.
Τους άφησαν να δουν ο ένας τον άλλον μόνον από μακριά για να θυμηθούν εκείνα, που προ πολλού είχαν ξεχάσει μέσα στα βάσανα και τις δοκιμασίες της γήινης ζωής.

www.paidika.gr

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

Ο ερωτευμένος Άνεμος (Ινδιάνικο παραμύθι)

Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια χώρα μακρινή ζούσε μια φυλή ινδιάνων.
Ο ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα.
Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:


Ινδιάνος "Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη.
Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;"
"Όχι", του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα.
Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της,
"Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμα του και να γίνω γυναίκα του;"
"Όχι", της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός.
"Δε σου το επιτρέπω.
Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνο μου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω.
Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του."
Ευθύς αμέσως, ο αρχηγός άρπαξε την κοπέλα από το χέρι και την οδήγησε σε ένα αδιαπέραστο δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.
"Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκόδασος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να τη διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα", σκέφτηκε δυνατά.
Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη.
Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα.
Έψαξε αρκετά παρ' όλες τις δυσκολίες, μα στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος.
Δε τόλμησε να πλησιάσει τους άλλους Ινδιάνους ξανά γιατί φοβόταν πως ο αρχηγός θα του πάρει την όμορφη κοπέλα κι έτσι έψαξε άλλο τόπο για να ζήσουν μακριά τους.
Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά.
Κάποια στιγμή βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή για να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους.
Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του.
Χαιρόταν τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας από τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει.
Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμα τους.
Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο.
Όταν ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει.
Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό.
"Έλα μαζί μου," άρχισε να της φωνάζει με απελπισία.
Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα.
Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος.
Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό. "Ας αναποδογυρίσει", σκέφτηκε.
"Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά."
Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.
"Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου", φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα.
Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του.
Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης.
Κι ο αρχηγός φυσικά έχασε τη ζωή του μια και ο Άνεμος δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει.
Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του, γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.
"Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα" έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στα αντισκηνά τους.
Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτοντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι.
Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπο της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό.
Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη Γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος.
Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι...

www.i-diadromi.com

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Ο Δράκος και η Νεράιδα

Ήταν κάποτε ένα δράκος. Ζούσε μοναχός στα βουνά σε χαμένες σπηλιές. Περνούσε τη μέρα του τριγυρνώντας από εδώ από εκεί.. αν και τον περισσότερο χρόνο καθόταν και συλλογιζότανε.
Τι να κάνει ένας φτερωτός δράκος σε αυτά τα μέρη; Γιατί δεν βρίσκει άλλους δράκους να συναντήσει ;
Μία ημέρα εκεί που καθόταν ήρεμα, ήρθε μία παιχνιδιάρα νεράιδα και άρχισε να του πειράζει τα αυτιά.



Ξαφνιάστηκε. Ήταν η πρώτη φορά που κάτι έμψυχο δεν φοβότανε μπροστά στην θέα του .
Γύρισε και την κοίταξε κατάματα ενώ αυτή συνέχιζε να του χαμογελάει.

- Δεν φοβάσαι μήπως σε καταπιώ ;
- Όχι.. είμαι πολύ μικρούλα για να χορτάσεις.
- Δεν φοβάσαι μήπως σε φυλακίσω για πάντα ;
- Όχι.. όποτε θέλω εξαφανίζομαι.
- Δεν φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω ;



Η νεράιδα σάστισε. Γιατί ένας δράκος να αγαπήσει μία νεράιδα . Γιατί μία νεράιδα να μη φοβάται ένα δράκο.

(η νεράιδα συνέχισε..)
- Όχι... όλοι θέλουν κάποτε να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.

Ο δράκος ένοιωσε ξαφνικά την επιθυμία να την αγκαλιάσει.. να την φιλήσει.

Άπλωσε τα χέρια του αλλά τα νύχια μπήκαν βαθειά στη σάρκα της .
Άνοιξε το στόμα του αλλά έβγαλε φωτιές και τα φτερά της νεράιδας κάηκαν.
Έβγαλε δάκρυα από τα μάτια του αλλά αυτά την έπνιξαν.

Η νεράιδα κάθισε και πέθανε στην αγκαλιά του.. ο δράκος ήταν και πάλι μόνος.

Ηθικό δίδαγμα : Δεν αρκεί να το θέλεις.. πρέπει και να μπορείς..

.. να αγαπήσεις τον άλλον.

neraidokiklos.gr

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

H μόλυνση- Ενα ωραίο διδακτικό παραμύθι

Για το πανάκριβο "προιόν" χρήμα

Mια φορά κι έναν καιρό ήταν μια όμορφη πόλη.
Στα όρια της λειτουργούσαν τεράστιες επιχειρήσεις παραγωγής ενός καυσίμου τοξικου που μόλυνε σιγά σιγά την ατμόσφαιρα της πόλης.
Στην πόλη λειτουργούσαν κι άλλες επιχειρήσεις που όμως όσο μεγάλωναν γινόντουσαν μέτοχοι στις άλλες που παρήγαγαν το τοξικό προιόν.
Σε λίγο καιρό το προιόν αυτό είχε γίνει απαραίτητο σε όλους και πιο πολύ στις επιχειρήσεις που το χρησιμοποιούσαν για να κάνουν όλο και πιο μεγάλα κέρδη παιζοντας ένα παράξενο παιχνίδι που οι πολλοί δεν το καταλάβαιναν.
Η τοξικότητα αυτού του προιόντος που .. λεγόταν χρήμα,να πούμε πως οφειλόταν μεταξύ άλλων σε μια ιδιότητα που είχε, με το τρομερό όνομα χρέος.

Το επίπεδο της μόλυνσης έλεγαν πως είχε άμεση σχέση με τον σωστό, "ορθολογικό" τρόπο παραγωγής του.Βέβαια από ότι αποδείχτηκε δεν υπήρχε σωστός τρόπος κι αυτό οφειλόταν στον ανταγωνισμό ανάμεσα στις επιχειρήσεις παραγωγής που δεν μπορούσε να σταματήσει, αφού μόνο έτσι μπορούσαν να λειτουργούν, προσπαθώντας η μια να φτάσει την άλλη.

Καποια στιγμή οι εξωφρενικοί τρόποι παραγωγής του τοξικού αυτού προιόντος μόλυναν ανεπανόρθωτα την ατμόσφαιρα της πόλης σε βαθμό πραγματικής ασφυξίας.
Για κάποιον παράξενο λόγο όμως, το προιόν αυτό επιλέχθηκε απο τους κυβερνήτες να διασώσει την πόλη από την καταστροφική μόλυνση που το ίδιο προκαλούσε!Γι αυτό ζήτησαν από τους πολίτες να δώσουν κάτι από το υστέρημά τους για να αγοράσουν χρήμα και να σώσουν την κατάσταση.
Ετσι οι επιχειρήσεις συνέχισαν να το παράγουν και να το πουλάνε στην πόλη που οι ίδιοι είχαν καταστρέψει και μάλιστα όλο και ακριβότερα!
Με αυτό τον τρόπο έκαναν όλο και πιο τεράστια κέρδη συνεχίζοντας φυσικά να μολύνουν όλο και περισσότερο. Ομως τι τους ένοιαζε αφού θα ξαναπουλούσαν το καταστροφικό προιόν τους ακόμη πιο ακριβά για να "διασώσουν" την πόλη από τη μόλυνση!!!

Περιέργως οι κυβερνήτες δεν τους ζήτησαν ποτέ το λογαριασμό για την καταστροφή που προκαλούσαν και συνέχισαν να τους πληρώνουν για τη "διάσωση" της πόλης (με τα χρήματα των φτωχών πια πολιτών φυσικά) και βέβαια να κρατάνε και κάτι για τον εαυτό τους για το ρίσκο που έπαιρναν.

Οι πολίτες θα μου πείτε δεν αντιδρούσαν;
Αυτους λένε τους αποκοίμιζαν με ένα περίεργο ναρκωτικό που λεγόταν τηλεόραση και τα έκανε όλα να φαίνονται αλλιώς, κι όπως όλα τα ναρκωτικά ενω τους κατέστρεφε τον εγκέφαλο τους άρεσε κι από πάνω!
Κάποια στιγμή όμως τα πράγματα έγιναν τόσο χάλια που κάποιοι άρχισαν να τα παίρνουν.Εκοψαν το ναρκωτικό κι άρχισαν τον πόλεμο!
Υστερα από λίγο φάνηκε πως η αντίσταση αυτή ήταν το αντίδοτο του ναρκωτικού, που ότι και να έκαναν οι κυβερνήτες και οι επιχειρηματίες που λέγαμε, άρχισε να λειτουργεί όλο και λιγότερο.
Οπως καταλαβαίνετε δεν τους έπαιρνε πια καθόλου, αφού ο λαός της πόλης ξεσηκώθηκε, κι όσο ξεσηκωνόταν τόσο αδρανοποιούσε και το ναρκωτικό μέχρι σημείου να το κάνει να λειτουργεί και αντίστροφα καμια φορά(που λέει ο λόγος)!

Η συνέχεια ειναι απλή.Τους κυβερνήτες και τις επιχειρήσεις που λέγαμε τους πηρε ο διάολος, η μόλυνση ξεπεράστηκε κι η πόλη ξεβρώμισε και βρήκε καινούργιους υπέροχους ρυθμούς μακριά από τοξικά!
Ετσι ζήσαμε εμείς καλύτερα κι αυτοί ... καθόλου!

http://giorgossarris.blogspot.com/

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Η Νεράιδα του Δάσους



Περπατούσα μόνος ανάμεσα στα σιωπηλά δέντρα,νιώθοντας τις χλιαρές σταγόνες της βροχής να πέφτουν πάνω μου, να μουσκεύουν τα μαλλιά μου και να σχηματίζουν μικρά ρυάκια γλιστρώντας σιγά σιγά πάνω στα μάγουλά μου. Η βροχή μύριζε σα χορτάρι, ή ίσως η οσμή του υγρού φρέσκου χώματος μου θύμιζε τη βροχή. Όπως και να 'χει, δεν υπήρχε άλλος εκτός από μένα για να γευτεί τη μυρωδιά. Όλοι με είχαν εγκαταλείψει, όλοι εκτός από τις σκέψεις μου, που μ' ακολουθούσαν όπως κι εγώ ακολουθούσα το μονοπάτι, με σιγουριά και σεβασμό συγχρόνως.



Κατά κάποιο τρόπο μάλιστα οι σκέψεις αυτές είχαν μια παρουσία εντονότερη από κάθε τι χειροπιαστό, και παραμέριζαν τα πάντα στην άκρη της συνείδησής μου. Το αδιάκοπο σφυροκόπημα της βροχής πάνω στα έλατα, τη γη και το δέρμα μου έμοιαζε απόκοσμο, σα να προερχόταν από κάπου πολύ μακριά. Αν ήμουν στεγνός, θα ορκιζόμουν πως ήταν ψεύτικο.

Παραμερίζοντας ανούσιες φαντασίες σαν κι αυτές, προσπάθησα γι άλλη μια φορά να ξεδιαλύνω το απεχθές αυτό κουβάρι σκέψεων που αντίκρυζα όποτε έκλεινα τα μάτια. Δεν ήξερα γιατί βρισκόμουν εκεί, όχι. Ούτε ήξερα γιατί συνέχιζα να περπατάω, ή πού θα με οδηγούσε το μονοπάτι. Με είχε κυριεύσει όμως μια ακαθόριστη αίσθηση προσμονής, και τα μουρμουρητά της ήταν που υπαγόρευαν τα βήματά μου. Ήταν η πλήρης βεβαιότητα πως κάτι σημαντικό θα συμβεί, πλήρης σαν τη μαγεία που ασκούν οι προβολείς του αυτοκινήτου στο ελάφι και σαν την έκσταση της πυγολαμπίδας όταν την αγκαλιάζουν οι φλόγες. Βέβαια κανείς δε μου υποσχόταν πως το επικείμενο γεγονός θα ήταν λιγότερο επικίνδυνο για μένα απ' ότι η φωτιά για την πυγολαμπίδα, αλλά πάλι κανείς δεν υποσχόταν τίποτα και στην πυγολαμπίδα.

Τότε ήταν που άκουσα για πρώτη φορά το τραγούδι της. Στην αρχή δεν το είχα προσέξει, συγχέοντάς το με τον ήχο του ανέμου που χαϊδεύει τα φύλλα. Όσο πλησίαζα όμως -- γιατί τώρα ήμουν σίγουρος ότι κάπου πλησίαζα -- αυτό κέρδιζε συνεχώς σε δύναμη και ομορφιά. Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα είχε ξεπεράσει σε ένταση το υψίσυχνο σφύριγμα του αέρα, είχε πνίξει το μελωδικό πλατσούρισμα της βροχής... με είχε κυριεύσει. Όταν αργότερα με ρωτούσαν, το περιέγραφα σα μια μεικτή χορωδία αγγέλων και δαιμονικών να τραγουδά μόνο μιά νότα, μιά νότα που ήταν συγχρόνως θρήνος και έκσταση, που ο νους δε μπορούσε να τη συλλάβει αλλά μόνο να τη ζήσει· γιατί καθώς ένιωθα τα περάσματά της ν' αγγίζουν την ψυχή μου και τις κορώνες τις να διαπερνούν το μυαλό μου, ήξερα πως αυτό το τραγούδι δεν ήταν ανθρώπινο, μα κάτι παραπάνω...

Άξαφνα, φτάνοντας στην κορυφή ενός λασπωμένου υψώματος, είδα και την ίδια. Αν και καθόταν πάνω στον πεσμένο κορμό μιας βελανιδιάς, το παράστημά της παρέπεμπε σε βασίλισσα που κάθεται στο θρόνο της. Τ' ολόλευκο φόρεμα που αγκάλιαζε το κορμί της αρχίζοντας από τους ώμους και φτάνοντας μέχρι τους λεπτοκαμωμένους αστραγάλους της μου θύμισε κύκνο· μόνο που καμιά βασίλισσα δε μπορούσε να έχει τόση χάρη, και κανένας κύκνος δεν ήταν τόσο όμορφος. Τα χρυσοκόκκινα σγουρά μαλλιά της χύνονταν ατίθασα πάνω στους ώμους της, περιβάλλοντας σα φωτοστέφανο αγγέλου ένα πρόσωπο τόσο τέλειο που έμοιαζε βγαλμένο από παραμύθι. Σταμάτησα παραπατώντας κι έμεινα άφωνος να την κοιτάω, μ' ένα παιδικό χαμόγελο ευχαρίστησης ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου.

Το σώμα μου είχε παραλύσει· η καρδιά μου χτυπούσε σα δαιμονισμένη, τόσο δυνατά που νόμιζα πως άκουγα εντονότερα τον ήχο της παρά τον αέρα που ολοένα και δυνάμωνε. Η οπτασία -- τι άλλο μπορεί να ήταν; -- συνέχιζε να τραγουδά με τα μάτια κλειστά, ενώ μέσα μου η ηδονή των αισθήσεων πάλευε με το φόβο του υπερφυσικού. Έκανα την αμυδρή σκέψη πως σίγουρα ονειρεύομαι, είμαι αναίσθητος σ' ένα λασπωμένο μονοπάτι κι όλα αυτά τα φαντάζομαι. Ή ακόμα ότι κάτι μου συνέβη κι αυτός είναι ο παράδεισος· μα ναι, η αψεγάδιαστη ομορφιά της μόνο σ' έναν άγγελο θα μπορούσε ν΄ανήκει. Γονάτισα· η βροχή είχε σταματήσει, μα τώρα το χώμα ποτιζόταν απ' τα σιωπηλά μου δάκρυα.

Νομίζω ότι εκείνη αισθάνθηκε την παρουσία μου τότε, ή ίσως απλά να με είχε ακούσει. Χωρίς καμιά προειδοποίηση είδα, η μάλλον ένιωσα, μια εκτυφλωτική λάμψη να με διαπερνά απ' άκρη σ' άκρη, σβήνοντας τη μορφή της από τα μάτια μου μα όχι κι απ' το μυαλό μου. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι τα βλέφαρά της ν' ανασηκώνονται και τα μάτια της να μου χαρίζουν ένα ανεκτίμητο χαμόγελο...

Φαντάζομαι πως από καθαρή τύχη με βρήκαν στο δάσος το ίδιο βράδυ. Εγώ σίγουρα δε θα είχα καταφέρει να βγω απ' αυτό μόνος μου. Ανακουφίστηκαν όταν με είδαν, βέβαια, μα κανείς τους δεν πίστεψε την ιστορία μου· ούτε τότε, μα ούτε και μέχρι σήμερα. Μόνο μια φορά, μετά από πολλά χρόνια, ο εγγονός μου μου είπε ότι, όπως λέει το παραμύθι, η οπτασία που συνάντησα εκείνη τη μέρα ήταν η νεράιδα του δάσους, που η ομορφιά της τυφλώνει όποιον άτυχο ρίξει το βλέμμα του πάνω της. Χαϊδεύοντας τα σγουρά του μαλλιά, χαμογέλασα και του απάντησα πως έβλεπα μια χαρά. Κι αν τα πάντα γύρω μου φαινόντουσαν μαύρα, αυτό συνέβαινε γιατί δεν ήταν όμορφα. Τα πάντα, εκτός από κείνη...

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Το κουνούπι και το λιοντάρι - Παραμύθι

Το λιοντάρι είναι το δυνατότερο ζώο, γι' αυτό το λένε βασιλιά του δάσους. Ένα όμως λιοντάρι το είχε πάρει πολύ απάνω του και όλο καυχιόταν για τη δύναμή του. Μια μέρα, εκεί που ξεκουραζόταν κάτω από τη σκιά μιας αγριοβελανιδιάς, το πλησίασε ένα κουνούπι και του είπε:

-Σαν πολύ να μας περηφανεύεσαι, λιονταράκι μου! Θαρρείς πως μόνο εσύ έχεις δύναμη και κανένας άλλος. Και όμως εγώ σου λέω πως άμα θέλω εγώ, το μικρό κουνουπάκι, μπορώ να σε κάνω καλά, να σε νικήσω!



Το λιοντάρι γέλασε, χα, χα, χα, και ούτε καταδέχτηκε να τ' απαντήσει. Θύμωσε το κουνούπι για την περιφρόνηση που του έδειξε και μια και δυο χώνεται στ' αυτί του μέσα, κι αρχίζει να σφυρίζει βσ, βσ, βσ, βσ. Στην αρχή στενοχωρήθηκε το λιοντάρι, μα δεν ήθελε να το δείξει. Έπειτα το κουνούπι χώθηκε μέσα στα μεγάλα ρουθούνια του και άρχισε να του τσιμπά το κρέας. Τρελάθηκε από τη φαγούρα το λιοντάρι.

Σήκωσε το πόδι του και με τα νύχια του καταμάτωσε τη μύτη του και το αυτί του, και όλο άνοιγε το στόμα του για να καταπιεί το κουνούπι. Μα εκείνο, σβέλτο καθώς ήταν, όλο και του ξέφευγε.

Απελπισμένο και ντροπιασμένο το λιοντάρι, έφυγε τρέχοντας προς το δάσος. Χαρούμενο και περήφανο το κουνούπι που νίκησε το λιοντάρι, σφύριξε χαρούμενο και πέταξε βιαστικό. Εκεί όμως που πετούσε, ξαφνικά μπλέχτηκε στα δίχτυα μιας αράχνης. Αυτό ήταν το τέλος του! Δεν μπόρεσε να ξεμπλεχτεί και καθώς πάλευε σκεφτόταν:

-Φαντάσου. Να τα βάλω μ' ένα λιοντάρι και να το νικήσω, και τώρα... να χάνομαι από μια αράχνη! Τι παράξενη που είναι η ζωή!..

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Καλικάντζαροι και άλλα

Ήρθαν και εφέτος τα Χριστούγεννα και δεν θα μπορούσαν να λείψουν οι Καλικάντζαροι από την σκέψη μου…

Η Ιστορία γνωστή λίγο πολύ… από παλιά… γνωστή αλλά και συναρπαστική…

Λένε πως κάτω απ' τη γη υπάρχει ένα πελώριο δέντρο που την κρατάει για να μην πέσει. Οι καλικάντζαροι, που όλα ανάποδα τα κάνουν, έχουν βάλει σκοπό τους να το κόψουν, για να γελάνε που θα βλέπουν τη γη να γκρεμίζεται.

Ο Μύθος λέει ότι οι Καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, με ουρά και μακριά χέρια, μύτη και αυτιά.

Κόβουν-κόβουν, μέχρι που έχει μείνει πολύ λίγο ακόμα, αλλά τότε έρχονται τα Χριστούγεννα και λένε "Πάμε πάνω στη γη και θα πέσει μοναχό του". Ανεβαίνουν λοιπόν πάνω στη γη και τα Θεοφάνια που γυρίζουν, βλέπουν το δέντρο ολάκερο, ακέραιο, άκοπο. Και πάλι κόβουν και πάλι έρχονται τα Χριστούγεννα, και όλο από την αρχή.

Ο καθένας από τους καλικάντζαρους έχει και κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τον κάνει να ξεχωρίζει. Από αυτό το χαρακτηριστικό ο έχουν πάρει και τα ονόματά τους. Ονόματα συνήθως αστεία… Στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει πολλές πληροφορίες σχετικά… π.χ. Διαβάζοντας στο asxetos.gr βρήκα κάποια ενδιαφέροντα…

ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΜΑΛΑΓΑΝΑΣ

Ο Μαλαγάνας θέλει πολύ προσοχή γιατί ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και έτσι καταφέρνει να τους παίρνει τα γλυκά .

ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΤΡΙΚΛΟΠΟΔΗΣ

Ο Τρικλοπόδης έχει χταποδίσιο χέρι που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι . Του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές από το πλεχτό της γιαγιάς .

ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΑΤΑΧΑΝΑΣ - ΠΕΡΙΔΡΟΜΟΣ

Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς και τα πάντα . Ρεύεται και βρομάει απαίσια .
Ο Περίδρομος είναι ο άλλος φαταούλας της παρέας .

ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΟΨΟΜΕΣΙΤΗΣ

Ο Κοψομεσίτης είναι κουτσός κα καμπούρης και πιο πολύ απ’ όλους τους άλλους καλικάντζαρους του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι .

ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΚΩΛΟΒΕΛΟΝΗΣ

Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι κι έτσι μπορεί εύκολα να περνάει από τις κλειδαρότρυπες κι από τις τρύπες του κόσκινου . Είναι ιδιαίτερα σβέλτος και γρήγορος στις κινήσεις του . Λένε πως ίσως ο Κωλοβελόνης να έχει ουρά που καταλήγει σε βέλος .

Συνήθως οι καλικάντζαροι φεύγουν κατά τον αγιασμό των οικιών φωνάζοντας:

«Φεύγετε να φεύγωμε
γιατί έρχεται ο τρελόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.
Μας άγιασε μας έβρεξε
και θα μας μαγαρίσει»

Παλιότερα μάλιστα μόλις εξαφανιζόντουσαν οι καλικάντζαροι, οι νοικοκύρηδες μάζευαν την στάχτη από το τζάκι το οποίοι και καθάριζαν καλά, ενώ πετούσαν την στάχτη σε μέρος άχρηστο και άγονο.

Καλά Χριστούγεννα λοιπόν και προσοχή στους κατεργάρηδες..


Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Ο Μύθος της Αράχνης


Την εποχή που οι θεοί βασίλευαν γαλήνιοι και παντοδύναμοι στα συννεφένια κάστρα του Ολύμπου, σε μια μικρή πολιτεία της Λυδίας, τα Ύπαιπα, ζούσε η Αράχνη, κόρη του βαφέα Ίδμονα από την Κολοφώνα, υφάντρα ξακουστή σε όλον τον κόσμο για τα υφαντά που έφτιαχνε στον αργαλειό της αλλά και για την απαράμιλλη ομορφιά της.

Ήταν τέτοια η τέχνη της Αράχνης στην υφαντική, που ο κόσμος πίστευε ότι την είχε διδαχθεί από την ίδια τη θεά Αθηνά, που ήταν και προστάτιδα τούτης της τέχνης και ακόμα και οι Νύμφες πήγαιναν για να θαυμάσουν τα έργα της.
.

Αυτό όμως, δεν άρεσε στην Αράχνη, που δεν σταματούσε όχι μόνο να διατυμπανίζει ότι την τέχνη την είχε μάθει μόνη της, αλλά και να καυχάται ότι τα δικά της υφαντά ήταν ασυγκρίτως καλύτερα από εκείνα της θεάς. Και σε μια στιγμή έπαρσής της, τόλμησε να καλέσει την ίδια την Αθηνά σε αγώνα υφαντικής.
Η Αθηνά μεταμορφώθηκε σε γριά και συμβούλεψε την κοπέλα ότι ήταν ασέβεια να προσπαθεί κάποιος να αναμετρηθεί με τους θεούς. Όμως η Αράχνη δεν άκουσε τις συμβουλές της και συνέχισε να προκαλεί τη θεά.
Αυτή η πρόκληση δεν μπορούσε, βέβαια, ν' αφήσει αδιάφορη την κόρη του Δία, πολύ περισσότερο αφού προερχόταν από μια θνητή. Κατέβηκε, λοιπόν, η Αθηνά στη γη και παρουσιάστηκε στην Αράχνη σε όλο της το θεϊκό μεγαλέιο.
Και ο αγώνας άρχισε: ύφαινε και κεντούσε η Αθηνά την Ακρόπολη και τον αγώνα της με τον Ποσειδώνα, που θα έκρινε ποιος απ' τους δύο θα κέρδιζε την Αθήνα, την όμορφη και πλούσια αυτή πόλη της Αττικής. Κι ακόμη, κεντούσε την ιστορία του βασιλιά της Θράκης Αίμου που μαζί με τη γυναίκα του Ροδόπη περηφανεύτηκαν πως είχαν τη δύναμη του Δία και της Ήρας και γι' αυτή τους την ασέβεια ο βασιλιάς του Ολύμπου τους μεταμόρφωσε σε βουνά.
Ύφαινε και κεντούσε η Αθηνά τα όμορφα παραμύθια των θεών και των ανθρώπων, ύφαινε και κεντούσε κι η Αράχνη διάφορες ιστορίες των θεών και έδειχνε σ' αυτές τις πολλές μεταμορφώσεις του Δία, που άλλοτε γινόταν ταύρος, άλλοτε κύκνος, άλλοτε χρυσή βροχή για να παραστήσει τους έρωτές τους με θνητές και τους τρόπους που προσπαθούσαν να επιτύχουν το σκοπό τους...
Κι όταν τελείωσε ο αγώνας και η Αθηνά πήρε στα χέρια της το κέντημα της Αράχνης, άδικα προσπάθησε να βρει κάποιο ψεγάδι. Ήταν πραγματικά το καλύτερο που είχε δει ποτέ της και ασφαλώς καλύτερο από το υφαντό που είχε φτιάξει η ίδια.
Όμως, παρόλο που σε τούτον τον πρωτότυπο αγώνα είχε νικήσει η Αράχνη, η Αθηνά δεν ήταν δυνατό ν' αφήσει ατιμώρητη την ασέβεια και την αλαζονεία της. Γι' αυτό την άγγιξε στο μέτωπο με τη χρυσή σαΐτα της κι εκείνη, τρελλή απ' το κακό της, τύλιξε στο λαιμό της όση κλωστή είχε περισσέψει στο αδράχτι της και μ' αυτήν κρεμάστηκε από το ταβάνι του σπιτιού της.
Τη λυπήθηκε τότε η θεά και την άφησε να ζήσει, καταδικασμένη, όμως, να κρέμεται πάντα από τα ταβάνια και τους τοίχους των σπιτιών κι έτσι κρεμασμένη να υφαίνει τον ιστό της.
Κι από τότε η Αράχνη έπαψε να είναι όμορφη κοπέλα κι έγινε ένα μικρό κι άσχημο έντομο που κρέμεται άλλοτε στο ταβάνι, άλλοτε στις γωνίες των τοίχων κι άλλοτε ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων. Απλώνει εκεί τις κλωστές της και υφαίνει αδιάκοπα, γιατί, παρόλο που μεταμορφώθηκε σε έντομο, δεν μπόρεσε να ξεχάσει την παλιά της τέχνη..
.

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Ενα νεαρό ζευγάρι, ένα βρέφος, τρεις άντρες με δώρα. Σήμερα όπως χθες, όπως και στα παραμύθια.

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Θα σας αφηγηθώ μια ιστορία σαν παραμύθι.

Ο Γιουσούφ ζούσε στα μέρη της βαθιάς Ανατολίας στο πάλαι ποτέ Κουρδιστάν, τώρα τουρκική επαρχία. Ηταν παλικάρι εργατικό αλλά πότε πότε ζωνόταν τα φισεκλίκια και άραζε στον ώμο του το Καλάσνικοφ για να μετάσχει στις άτυπες αντάρτικες ομάδες που ακροβολίζονταν και απομάκρυναν του τούρκους ζαπτιέδες που ανηφόριζαν πάνοπλοι σαν αστακοί προς τα έρημα κατατόπια τους.

Ο Γιουσούφ ερωτεύτηκε τη γειτόνισσά του τη Μύριαμ, δεκαέξι χρονών, το στερνοπαίδι του μουεζίνη του χωριού. Κατά τα έθιμα της φυλής η Μύριαμ έπρεπε να περιμένει να ζητηθούν σε γάμο οι μεγαλύτερες αδελφές. Το αίμα της όμως έβραζε και στα κρυφά, λυσσασμένα από ερωτική έξαψη σμιξίματα με τον Γιουσούφ του δόθηκε χωρίς αναστολές, ενοχές και υστεροβουλίες. Και καθώς ήταν χωράφι γόνιμο και καρπερό δεν άργησε να βλαστήσει. Η τιμωρία της φατρίας για τέτοια προσβολή της οικογενειακής τιμής είναι πανάρχαια και αναπόφευκτη: χωμένη ώς τον λαιμό στον λάκκο που σκάβουν πατέρας και αδέλφια πεθαίνει με λιθοβολισμό ώσπου το έκθετο κεφάλι να γίνει μια μάζα αίματος και οστών.

Ο Γιουσούφ δεν δίστασε. Απήγαγε τη Μύριαμ. Σε μια απόμερη ακτή που έλεγχαν οι λαθρέμποροι χασίς και ανθρώπων δωροδόκησαν με τις οικονομίες τους το αφεντικό και μαζί με άλλους ομόφυλους και ομόθρησκους βρέθηκαν σε μια φουσκωτή λέμβο στριμωγμένοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά και κίνησαν για να φτάσουν σε μια, όποια, γη επαγγελίας.

Ο καιρός ήταν καλός και ύστερα από λίγων ημερών ταξίδι οι λαθρέμποροι τούς ξέβρασαν σε μια έρημη ακτή που τους δήλωσαν πως είναι η Μυτιλήνη. Εκεί τους ανακάλυψε η ελληνική ακτοφυλακή, τους παρέδωσε στην αστυνομία και το ίδιο βράδυ στριμώχνονταν σε μια παλιά στρατώνα μαζί με άλλους παράνομους μετανάστες. Οι συνθήκες απάνθρωπες και το συσσίτιο λίγο και μπαγιάτικο. Οι μέρες περνούσαν χωρίς προοπτική και χωρίς ελπίδα, αφού τους εξηγήθηκε πως το κράτος δεν προβλέπει διαδικασία ασύλου. Εξάλλου ο Γιουσούφ έπρεπε να προσκομίσει χαρτιά πως διωκόταν για λόγους πολιτικούς, ενώ οι εμφανείς λόγοι ήταν θρησκευτικοί, οικογενειακοί και εθιμικοί. Η εγκυμοσύνη της Μύριαμ ήταν πλέον δακτυλοδεικτούμενη και δεν φαινόταν να εμπνέει ούτε τον σεβασμό των ομοθρήσκων. Το ζευγάρι ήταν παράνομο και έκθετο ηθικά.

Οταν τα σχόλια και οι προθέσεις κάποιων θερμόαιμων έγιναν απειλητικές, ο Γιουσούφ με τη Μύριαμ δραπέτευσαν νύχτα και οδοιπορώντας έφτασαν και κρύφτηκαν σ΄ ένα εγκαταλειμμένο ελληνικό ερειπωμένο μοναστήρι. Τρεις μήνες μετά, η 17χρόνη Μύριαμ με το θείο ένστικτο που την είχε προικίσει η Εύα και το προπατορικό αμάρτημα, με γοερές κραυγές, δαγκώνοντας τις παλάμες του ιδρωμένου Γιουσούφ που της παραστεκόταν απέθεσε με μια βαθιά εκπνοή ένα αγοράκι στα κουρέλια της. Ακολουθώντας κι αυτός παραμύθια της φυλής και το άγιο ένστικτο έσκυψε και με τα δόντια του έκοψε τον λώρο, τον έδεσε κόμπο στον αφαλό του μωρού και με τα κουρελάκια που περίσσευαν σκούπισε τη φύση της έφηβης μητέρας.

Ξεθεωμένος ο Γιουσούφ πλάγιασε δίπλα στον γιο του και χαμογέλασε στον βαθύ ύπνο. Αλλά πάντα κάποιος φθονεί έστω και την εφήμερη ευτυχία. Τους πέταξε ξαφνιασμένους από τον ύπνο το τρομερό μαρσάρισμα μιας μοτοσικλέτας στην αυλή του μοναστηριού. Ο Γιουσούφ έντρομος σηκώθηκε, βγήκε στη θύρα του ιερού, και αντίκρυσε τρεις άντρες που μόλις είχαν σβήσει τις δύο μηχανές και προχωρούσαν έκπληκτοι κι αυτοί προς το μέρος του Γιουσούφ. Του απευθύνθηκαν σε άγνωστη γλώσσα, τους απάντησε χωρίς να έχει καταλάβει στη δική του. Η συνάντηση έγινε στα λίγα δικά του ελληνικά και στα αρκετά δικά τους.

Ηταν ρουμάνοι κλέφτες, κυνηγημένοι από τις αρχές. Οι μοτοσυκλέτες ήταν, φυσικά, κλεμμένες και κάτι πάνινες σακούλες ζάχαρης ήταν κατάφορτες από κλοπιμαία. Ο Γιουσούφ στάθηκε στην αρχή επιφυλακτικά εχθρικός στην εισβολή στο «σπιτικό» του. Εξάλλου κλέφτης δεν ήταν και τον χώριζε από τους εισβολείς όχι μόνο η φυλή αλλά και η πίστη.

Οι τρεις παρείσακτοι όταν έμαθαν πως πίσω στην κόγχη υπήρχε μια μητέρα και ένα ανυπεράσπιστο μωρό, ζήτησαν να τους δουν. Πλησίασαν με σεβασμό έκαναν τον σταυρό τους ορθόδοξα, φίλησαν το χέρι της λεχώνας και σταύρωσαν στο στηθάκι το παιδί. Υστερα πρόσφεραν τα δώρα τους.

Ο πρώτος, ένα ντερέκι δύο μέτρα, έβγαλε από τον καρπό του αριστερού χεριού ένα χρυσό Rolex και το απόθεσε στο κουρελάκι-μαξιλαράκι του μωρού, ο δεύτερος ένας κοντός μαυριδερός, πιθανόν αθίγγανος, έτρεξε στη σακούλα και γύρισε με ένα μπουκαλάκι περίτεχνο με γαλλικό άρωμα, κλεμμένο ποιος ξέρει από ποιο πλούσιο μπουντουάρ μυτιληνιάς κυρίας. Ο τρίτος, αμήχανος, δίσταζε, στο τέλος έβγαλε από τον κόρφο του ένα μικρό σακουλάκι, σαν πουγκί. Το έβαλε στην παλάμη του Γιουσούφ και του είπε: «Είναι τριάντα δόσεις άσπρης. Πούλα τη να φάτε καλά».

Είχε νυχτώσει και στον ουρανό της Μυτιλήνης διέγραφε την τροχιά του ένας τηλεπικοινωνιακός δορυφόρος λάμποντας, που έσπερνε στην οικουμένη τις ευχές των χριστιανών προκαθημένων για τα Χριστούγεννα.

radar.gr

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

Διήγημα



Πρωινό ξύπνημα

Όταν άνοιξε τα μάτια του βιάστηκε να ευχαριστήσει ,μέσα σε απειροελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου, όλους τους γνωστούς θεούς και μερικές θεές. Επιτέλους είχε ξυπνήσει. Η αίσθηση του μουσκεμένου σεντονιού και οι μυρουδιές ύπνου που εξάτμιζε το μαξιλάρι του δήλωναν ακριβώς το ίδιο. Είχε ξυπνήσει. Από την γεύση της αλμύρας στα χείλη του είχε αντιληφθεί (κάτι σαν να θυμήθηκε) το κλάμα που τον έλουζε, κατά την διάρκεια του ύπνου, όλο το βράδυ. Είχε θυμηθεί, αλλά προτίμησε να τα θάψει όλα βαθιά, στα πιο σκοτεινά σημεία του εγκέφαλού του.

Τα επόμενα λεπτά, και αφού ξεροκατάπιε, κόλλησε το βλέμμα του στο ταβάνι, σαν να ήθελε να σκεπάσει για λίγο την μνήμη του με το φως της αντηλιάς που έσκαγε στην οροφή από το μικρό ανατολικό παράθυρο του δωματίου. Τα είχε καταφέρει. Το συνειδητό του είχε ξεχάσει εντελώς το κάθε όνειρο, το κάθε δάκρυ και με μία γελοία επίφαση σιγουριάς και χαριεντοσύνης ετοιμαζόταν να σηκωθεί από το κρεβάτι. Το ασυνείδητο του όμως έκλαιγε ακόμα. Και ο ίδιος, κάτι είχε ψυλλιαστεί, αλλά προτίμησε, όπως συνήθιζε πάντοτε, να εμπιστευτεί την σίγουρη ασφάλεια που προσφέρουν ένα ζευγάρι χειμερινές παντόφλες συνοδεύοντας το σώμα από το κρεβάτι ίσαμε το νιπτήρα.
Φτάνοντας εμπρός στην είσοδο της τουαλέτας για μια στιγμή του καρφώθηκε σαν σφήνα στο μυαλό πως αυτή η κίνηση , κρεβάτι-τουαλέτα, συμβαίνει από πάντα και για πάντα. Όμως λίγο πριν τον φοβίσει η σκέψη του, έφτασε αντίκρυ στον καθρέφτη. «Κάτι πρέπει να κάνεις, γιατί στο τέλος θα χαζέψεις τελείως» μουρμούρισε προς το είδωλό του, το οποίο δεν ανταποκρίθηκε. Όχι βέβαια πως περίμενε κάποια συγκεκριμένη απάντηση, αλλά να, είναι μερικά πρωινά που δεν ξέρει πια σε τι να πιστέψει κανείς. Τέτοιου είδους ακριβώς ήταν τούτο το πρωινό.

SiTu


Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Έτος… «Διαχειριστή»


Σύμπαν…κάπου στα ανατολικά του, όταν κοιτάς από τον αστερισμό του σκορπιού, το ηλιακό σύστημα…περιστρεφόμενο με άξονα το φως. Κοντά στο φως, ο τρίτος πλανήτης , η γη. Στη γη έτος 2010,οι πρόποδες του εικοστού αιώνα, η άνθιση της «εποχής του διαχειριστή». Μια εποχή η οποία σχεδιάστηκε χρόνια αλλά τελικά επιτεύχθηκε με την συναίνεση όλου του κόσμου ( του περισσότερου τουλάχιστον) , ως η μόνη λύση στο γενικότερο αίτημα για μη συμμετοχή, για αποποίηση ευθυνών, για… λούφα. Αλλά ας τα πάρουμε όλα από την αρχή…

Ήταν κάποτε η «εποχή του ανθρώπου», πολύ μετά την εποχή των δεινοσαύρων, αργότερα από τον καιρό των παγετώνων και αφού άρχισε να ξεπερνιέται η εποχή του κανιβαλισμού. Αυτή η εποχή χαρακτηριζόταν από τις πρώτες σκέψεις για μια οργανωμένη κοινωνία, μία κοινωνία ανθρώπων η οποία θα εξελίσσεται με βάση τις βουλήσεις και τις επιδιώξεις των μελών της. Πρόσταγμα της εποχής ήταν η συμμετοχή και η ενασχόληση με τα κοινά. Ήταν ο καιρός όπου το φρόνημα της συνδιαμόρφωσης έτεινε να επικρατήσει και να θεωρηθεί ως βασική αρχή για την ανθρώπινη προοπτική. Έτσι παρατηρούταν κοινότητες η διοίκηση και η οργάνωση των οποίων βασιζόταν στη συμμετοχή όλων το πολιτών , με κορυφαία μάλιστα ατίμωση την αποπομπή για όσους δεν ήθελαν, βαριότανε ή είχαν καλύτερα πράγματα να κάνουν… από το να ασχοληθούν με όσα τους αφορούν [άγνωστο το γιατί, από πολύ νωρίς δύο ισχυρές «μειοψηφίες» είχαν καταφέρει να αντιταχθούν και να απέχουν από ολόκληρο αυτό το σύστημα - αυτοί ήταν οι δούλοι και οι γυναίκες . έγκυροι και έντιμοι διαχρονολόγοι υποστηρίζουν ότι αυτές οι δύο αναρχικές για την εποχή τάσεις μάλλον είχαν προβλέψει από νωρίς την αποτυχία του όλου εγχειρήματος].

Η επόμενη ώρα (μιλάμε για συμπαντική ώρα-αρκετές εκατοντάδες γήινα χρόνια) ήταν η ώρα μηδέν. Όλες οι γυναίκες είχαν εξαναγκαστεί να «συμμετέχουν» και οι δούλοι απαλλοτριώθηκαν, έμαθαν να διεκδικούν και να ενεργούν αυτόβουλα. Τα πάντα έδειχναν πως μία χρυσή εποχή ανέτειλε , τώρα πια η εξέλιξη του είδους θα εξαρτιόταν από τη συνδιαμόρφωση όλων και έτσι η οποιαδήποτε «κατάληξη» της ανθρωπότητας θα ήταν αναπόσπαστο αποτέλεσμα των βουλήσεων των μελών της [κάτι που πρωτοορίστηκε ως «δίκαιο» από τους έγκυρους και έντιμους διαχρονολόγους].

Όμως εκείνη η ώρα ( η ώρα μηδέν) έμελλε να σταθεί τροχοπέδη και προάγγελος της μετέπειτα εποχής , αυτής του «διαχειριστή». Έντονες ριζοσπαστικές τάσεις, ασυντόνιστα και σε διαφορετικά χρονικά δευτερόλεπτα (έτη για τον γήινο χρόνο), άρχισαν να αναπτύσσονται σε ολόκληρο τον πλανήτη .Με κύριο αίτημα το καλοδουλεμένο, συγκινητικό και επαναστατικό δίστιχο «όπου λαλούν πόλοι κοκόροι, αργεί να ξημερώσει», προσηλυτίζονταν κόσμος υπέρ της «μη συμμετοχής», προς μία διαφορετική αντίληψη για την πιθανή εξέλιξη της ανθρωπότητας. Βέβαια τα αίτια αυτής της λαϊκής επανάστασης ήταν πιο βαθιά και περίπλοκα. Η εποχή της συμμετοχής είχε κουράσει και εξαντλήσει πολύ κόσμο. Αμέτρητοι ήταν αυτοί που (μέσω της συμμετοχής) είχαν στερηθεί την αποποίηση ευθυνών (που τόσο πολύ λάτρευαν) και άλλοι τόσοι αυτοί που πραγματικά σιχαίνονταν την συναναστροφή με άλλους ανθρώπους. Οι πρώτοι που επωφελήθηκαν από αυτήν την κατάσταση ήταν οι ορκισμένοι δούλοι (στην ψυχή και στο σώμα), οι οποίοι ανέμεναν υπομονετικά όλα αυτά τα χρόνια τη κατάλληλη στιγμή, για να επανέρθουν δριμύτεροι στις πολυπόθητες αρχικές τους θέσεις. Αυτοί ήταν που με μία περίτεχνη κίνηση κατάφεραν όχι μόνο να αναδείξουν τις θέσεις τους, αλλά να πείσουν τον περισσότερο κόσμο για τη ορθότητα της επιλογής τους. Δεν έκαναν τίποτα… παρά μόνο εξέλεξαν έναν αντιπρόσωπο, ο οποίος από εκείνη την στιγμή θα ήταν ο μόνος αρμόδιος επί όλων των θεμάτων (μάλιστα για να αποδεχθεί αυτήν την θέση το συγκεκριμένο άτομο , το οποίο συν της άλλης ήταν από τους φανατικότερους πολέμιους της συμμετοχής, συντάχθηκε ένα πρωτόκολλο «άφεσης αμαρτιών» για όλα τα λάθη που έμελλε αυτός να κάνει κατά την διάρκεια των μελλοντικών ενεργειών του – το όνομα αυτού ήταν Πολύτιμος Διαχειριστής).

Έτσι η εποχή που ακολούθησε πήρε το όνομα του προς τιμή της νέας αυτής διαχειριστικής κατάστασης που πρώτος αυτός δημιούργησε [αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι οι έγκυροι και έντιμοι διαχρονολόγοι αδυνατούν ακόμη και σήμερα να καταλήξουν στο αν η λέξη διαχειριστής υπήρξε πριν την ανάδειξη του κ. Πολύτιμου Διαχειριστή ή αν αυτή δημιουργήθηκε βάση του ονόματος του]. Με τον καιρό συστάθηκαν αντιπρόσωποι και εκπρόσωποι για όλα τα θέματα, πολιτικοί (ως αντιπρόσωποι του κόσμου για την χάραξη της πορείας της κάθε πολιτείας), θρησκευτικοί (ως εκπρόσωποι – ενδιάμεσοι μεταξύ των ανθρώπων και των θεών), πατέρες (ως αρχηγοί της κάθε οικογένειας), διαχειριστές πολυκατοικίας, διαχειριστές τροφής και διασκέδασης, διαχειριστές οξυγόνου και ημερομηνίας θανάτου κ.α. Αργότερα ποινικοποιήθηκε η «συμμετοχή» και έτσι σιγά σιγά οι νοσταλγοί της συνδιαμόρφωσης πέρασαν στην παρανομία, εκεί όπου παρέμειναν μέχρι τον τελικό αφανισμό τους…

Σήμερα ( το σήμερα ισχύει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του σύμπαντος) όλα βαίνουν καλώς. Η «εποχή του διαχειριστή» έχει καταφέρει να ενώσει όλους τους ανθρώπους ( ή μάλλον τους περισσότερους) κάτω από μία γενικότερη αίσθηση λόυφας και ασφάλειας, με αποτέλεσμα η εξέλιξη της κοινωνίας να συνεχίζεται ομαλά επιταχυνόμενα , χωρίς πολλές πολλές σκοτούρες, ευθύνες και αντιπαραθέσεις (οι οποίες , όπως αποδείχθηκε, πήγαζαν ακριβώς από την συμμετοχή και την επικοινωνία των ανθρώπων). Το μέλλον λοιπόν αναμένεται λαμπρό και ξεκούραστο και αυτό που απομένει για την «τελειωτική θεοποίηση» της μη συμμετοχής είναι τα τελικά κείμενα για την πανσυνταγματική της καθιέρωση, τα οποία επεξεργάζονται και συντάσσονται στις μέρες μας [οι συντάκτες , οι γνωστοί πλέον έγκυροι και έντιμοι διαχρονολόγοι, τεκμηριώνουν την αναγκαιότητα της «μη συμμετοχής» σε αυτό που αυτοί πρωτονόμασαν «δίκαιο» και καταλήγουν κάπως έτσι ’’…εφόσον το «δίκαιο» ορίστηκε σαν η κατάληξη της ανθρωπότητας ως αποτέλεσμα των βουλήσεων των μελών της, έτσι η « μη συμμετοχή» (κρατούσα βούληση των μελών) είναι «δίκαιο»…’’]


SiTu