Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Οδοιπορικό στον Κάκκαβο: Πώς η Ελληνικός Χρυσός άλλαξε τις ζωές μας

Aπό την ΑΥΓΗ
(Ο ήρωας από τους Αχαρνείς είναι φυσικά ό Δικαιόπολις και όχι «Δικαιόπουλος»…)

Ρεπορτάζ – Επιμέλεια: Μαρία Καλυβιώτου - Κώστας Παπαντωνίου


Σάββατο βράδυ και βρισκόμαστε σε ένα από τα δύο «μπλόκα» της Ιερισσού, μικρά αυτοσχέδια οικήματα στις δύο εισόδους του χωριού. Όταν τα ΕΚΑΜ έκαναν εισβολή σε σπίτια Ιερισσιωτών, έσπασαν πόρτες, χώρισαν με τη βία παιδιά από τους γονείς τους και πατεράδες από την οικογένειά τους και τους έβαλαν φυλακή, το χωριό «μάτωσε». Όσοι έμειναν πίσω, αποφάσισαν να χτίσουν τις δικές τους «φυλακές». Απέκλεισαν τις εισόδους του χωριού και δεν έφευγαν από τα μπλόκα, μέρα – νύχτα. Σήμερα, τα μπλόκα αποτελούν ακόμη ζωντανά κοινωνικά κύτταρα. Από τη μία, το ενδεχόμενο να γίνει και πάλι επιδρομή στο χωριό, υπάρχει στο μυαλό κάθε κατοίκου και στα μπλόκα, τσιλιαδόροι παρακολουθούν τέτοιου τύπου ύποπτες κινήσεις. Από την άλλη, τα μπλόκα έγιναν οι χώροι που οι Ιερισσιώτες συναντιούνται, συζητούν, οργανώνουν τον αγώνα τους. «Αν τα χάσουμε αυτά, θα χάσουμε τον αγώνα. Είμαστε εδώ, να μην πάμε όλοι στα σπίτια μας».

Τα έργα της Ελληνικός Χρυσός, η καταστροφή του βουνού και ...
η τρομοκρατία που βίωσαν οι κάτοικοι της Ιερισσού, άλλαξαν σημαντικά τη ζωή τους. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μας έχει ενώσει αυτή η υπόθεση. Πριν, έβλεπες κάποιον στον δρόμο και μπορεί να μην έλεγες ούτε καλημέρα. Τώρα, μόνο που κοιταζόμαστε στα μάτια ξέρουμε τι θέλει ο ένας από τον άλλον», μας λέει νεαρή μητέρα, που όταν ήταν δύο μηνών έγκυος, άνδρες της αστυνομίας «με τα κλομπς τους, χτυπούσαν με μανία» το αμάξι στο οποίο επέβαινε, έβγαλαν με τη βία έξω από το αυτοκίνητο τον άνδρα της, τον χτύπησαν και τον έσυραν στον δρόμο.

Στους δρόμους, στις καφετέριες, στο σουβλατζίδικο, απαντάμε ντόπιο κόσμο. Η Λίζι δεν σταματά να μας δείχνει νέους και νέες, αλλά και μεγαλύτερους, με εμφανή τα σημάδια του χρόνου στα πρόσωπά τους: «Κι αυτός τρομοκράτης. Κι αυτός για τρομοκρατία. Κι αυτό το κορίτσι με βαριές κατηγορίες». Περπατούμε στο χωριό και συνεχώς, κι άλλα πρόσωπα προστίθενται στη μακρά λίστα των «τρομοκρατών». «Εδώ ήταν η πιο ήσυχη περιοχή. Κανένας μέσα από το χωριό μας δεν είχε φυλακισθεί, κανένας δεν είχε δικογραφία, κανένας. Τη λέξη δικογραφία τώρα την ακούσαμε», μάς λέει μια γυναίκα στα μπλόκα. Τώρα, πάνω από 200 άτομα έχουν βαριά κατηγορητήρια και τα περισσότερα είναι νεολαίοι. «Απλά επειδή αντιδρούμε για τον τόπο, το νερό, τα παιδιά μας, τη θάλασσά μας».

Η καταστολή έχει στιγματίσει τις ζωές μικρών και μεγάλων. Τα παιχνίδια των παιδιών έχουν αλλάξει. Το κλασικό κρυφτό και κυνηγητό που συντρόφευε γενεές επί γενεών, μετασχηματίσθηκε: «Στο σχολείο, τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες, φωνάζουν συνθήματα και οι μισοί είναι τρομοκράτες και οι άλλοι μισοί ΕΚΑΜίτες», μάς περιγράφει δάσκαλος της περιοχής. «Εμείς πρέπει να μαθαίνουμε στα παιδιά να σέβονται τη δημοκρατία και τους νόμους. Όταν έχουν ζήσει τέτοια πράγματα, σου λένε, “μα, αυτοί ρίχνουν δακρυγόνα, παίρνουν τους γονείς μας’. Χρειάζεται προσπάθεια να τους εξηγήσεις ότι αυτό δεν είναι κάτι φυσιολογικό για μια Δημοκρατία. Ότι αυτό δεν είναι Δημοκρατία».

«Για να καταλάβετε», μας λέει ένας παππούς, «πριν, όταν χτυπούσαν οι καμπάνες, ο εγγονός μου έκανε τον σταυρό του. Τώρα μου λέει “παππού πάμε σπίτι! Έρχονται!’». «Εμένα το εγγόνι μου», προσθέτει ο δεύτερος παππούς της παρέας, «με είδε με μαύρα ρούχα και μου λέει “παππού δεν είσαι καλός, είσαι κακός’, του θύμισα τα ΕΚΑΜ».

Μας περιγράφουν την έφοδο των ΕΚΑΜ στο χωριό. Τα γεγονότα ζωντανεύουν και πάλι, η μητέρα του ενός συλληφθέντα ταλαιπωρείται από τη συζήτηση και αποχωρεί ταραγμένη. «Το παιδί της το πήραν από το σπίτι του, μπροστά στα παιδιά του. Εκείνα του φώναζαν “τι θα γίνεις μπαμπά;” και οι ΕΚΑΜίτες απαντούσαν ότι είναι η τελευταία φορά που τον βλέπουν. Τρομοκράτης κι αυτός», μας εξηγούν οι φίλες της. «Έχω παιδιά στην εφηβεία, ακόμη κι αυτά έχουν αγριευτεί με αυτά που έχουν ζήσει στο χωριό. Το ένα μου παιδί, είχε ένα ξύλο κάτω από το κρεβάτι του, γιατί φοβόταν μην έρθουν πάλι και μας σπάσουν τις πόρτες», προσθέτει μια ακόμη μητέρα της παρέας.

«Δεν μπορούμε να πάρουμε τηλέφωνο τα παιδιά μας τηλέφωνο το βράδυ, σχηματίζονται δικογραφίες», καταγγέλλει πατέρας, που διώκεται και ο ίδιος και το παιδί του. Σύμφωνα με όσα μας μεταφέρουν, ο χαρακτηρισμός του κατηγορητηρίου ως «έωλου», θα ήταν μάλλον συγκρατημένος, αφού άνθρωπος κατηγορείται για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σύσταση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, επειδή, ως εργαζόμενος σε πιτσαρία, δέχθηκε παραγγελία. Η «πίτσα» θεωρήθηκε συνθηματικό και όπου «πίτσα» βλέπε όπλο, όπου «πιπεριές», βλέπε «μολότοφ».

«Τους πήραν χωρίς κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο. Οι άνδρες του χωριού μας, παιδιά που ποτέ δεν είχαν δώσει δικαιώματα, ξαφνικά βρισκόμαστε στις φυλακές. Βρισκόμαστε με κατηγορητήρια που μόνο η 17Ν τα έχει», μας λέει αργότερα μία ακόμη μητέρα παιδιού που μπήκε φυλακή. Αν και εμφανώς καταβεβλημένη από το γεγονός, εξακολουθεί να συμμετέχει ενεργά στο κίνημα ενάντια στην εξόρυξη. «Τί νικάει τον φόβο σας;», την ρωτάμε. «Η λογική», μας απαντά αβίαστα.

Εκτός από την καταστολή του κινήματος, οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής έρχονται αντιμέτωποι με μία ακόμη συνέπεια της δραστηριότητας της Ελληνικός Χρυσός. Οι επιπτώσεις σε παραγωγικούς τομείς είναι ήδη ορατές. «Τα μελίσσια ψοφούν από τώρα», τονίζει ένας μελισσοκόμος. «Δεν δίνονται άδειες για κτηνοτροφία και γεωργία ούτε εγκρίνονται προγράμματα από το ΕΣΠΑ, επειδή η περιοχή έχει χαρακτηρισθεί μεταλλευτική», προσθέτει ο γεωργός της συντροφιάς.

Στην παρέα μας είναι ακόμη ένας αγωνιστής, οικοδόμος, κάτοικος Μεγάλης Παναγιάς, βαπτισμένος από το κίνημα ως «Δικαιόπολις», ήρωας από τους Αχαρνείς. «Η οικοδομή έχει πέσει κατακόρυφα, αρχικά ως απόρροια της οικονομικής κρίσης, όμως η ελεύθερη πτώση στην οικοδομική δραστηριότητα ξεκίνησε από τη στιγμή που χαρακτηρίσθηκε η περιοχή μεταλλευτική». Οι φλέβες του χρυσού που διατρέχουν το βουνό, όμως, κοστίζουν και σε κάτι ακόμη: «Στη Μεγάλη Παναγιά η κοινωνική συνοχή έχει διαρραγεί μέχρις εσχάτων. Έχουμε μία μάνα με δυο παιδιά, το ένα δουλεύει στην εταιρεία, το άλλο βρίσκεται στα δικαστήρια. Σκέψου τι γίνεται με αυτήν τη μάνα. Έχουν χωρισθεί μαγαζιά, έχουν χωρισθεί οικογένειες, οι ψυχές των ανθρώπων. Οι εργαζόμενοι ήρθαν εδώ πάνω, εμείς πολεμάμε για τον τόπο και οι εταιρεία κάνει τους εργαζόμενούς τις γενίτσαρους και σπέρνει τη διχόνοια».

Το βουνό αλλάζει…

Το πρωί της επομένης, ανεβαίνουμε μαζί με εκατοντάδες διαδηλωτές στο βουνό, στις πολύκροτες Σκουριές. Τα άλλοτε στενά, χωμάτινα μονοπάτια έχουν τριπλασιαστεί σε πλάτος και τσιμέντο έχει τοποθετηθεί στα πλάγια του δρόμου, για να συγκρατεί το χώμα. Ακόμα, ωστόσο, το δάσος είναι «παρών» και ζωντανό. Μερικές εκατοντάδες μέτρα μετά, φτάνουμε στην πρώτη εγκατάσταση της Ελληνικός Χρυσός, περιφρουρούμενη από κρατικές δυνάμεις καταστολής. Συνεχίζουμε τη διαδρομή μας, ο δρόμος διαπλατύνεται ακόμη περισσότερο και φτάνουμε σε ένα σημείο κατάμεστο από δένδρα. Περπατούμε μες στο δάσος, ώσπου ανάμεσα στα δένδρα ξεχωρίζουν μπλε κάγκελα. Προσεγγίζουμε και η εικόνα είναι αποκαλυπτική: Μια διαχωριστική γραμμή, ένα σύνορο έχει χαραχτεί στη μέση του βουνού και εκεί που άλλοτε συνέχιζαν οι πυκνές συστάδες των δένδρων, εκεί που άλλοτε ένα αρχέγονο δάσος έδινε πνοή στην περιοχή, τώρα απλώνεται μια απέραντη έκταση από χώμα. Χώμα, μηχανήματα και σκελετοί εγκαταστάσεων. «Εδώ θα είναι τα πλυντήρια της εταιρείας», μας ενημερώνει κάποιος που στέκεται δίπλα μας.

Συνεχίζουμε το οδοιπορικό στο βουνό. Προχωρούμε ανάμεσα σε χιλιόμετρα ψηλών συστάδων κομμένων κορμών που κείτονται δεξιά και αριστερά στον δρόμο. Το θέαμα τελειώνει απότομα, όταν φτάνουμε έξω από τις πύλες άλλης μιας εγκατάστασης της Ελληνικός Χρυσός, που για άλλη μια φορά φυλάσσεται από δυνάμεις της ΜΑΤ. Αμέσως μετά, ξαναμπαίνουμε σε παρθένο δάσος. Γύρω μας πλατάνια τυλιγμένα με μπρούσλιανο (κισσό), δένδρα ή μεσές (δρύες), άρια (αγριές), οξυές, ελιές, έλατα, κουμαριές, καστανιές, φλαμουριές, ντυμένα με χιόνι και κίτρινα φύλλα πεσμένα στον δρόμο καλύπτουν το διάβα μας. Παντού υπάρχουν τρεχούμενα νερά, πηγές, ποτάμια και βάθρες όπου οικογένειες κολυμπούν τα καλοκαίρια. Και πάλι το τοπίο αλλάζει απότομα. Από ένα πλάτωμα, βλέπουμε μπροστά μας ένα σεληνιακό τοπίο. Ο λάκκος του Καρατζά. Μεγάλο μέρος του άλλοτε πυκνού, άγριου δάσους, έχει αποψιλωθεί και γύρω του «χάσκει» ό,τι έχει διασωθεί από την χλωρίδα του τόπου. «Όταν η φύση θυμώσει, δεν αφήνει τίποτε. Μακάρι να θυμώσει και πάλι και να τους τα πάρει όλα», μας λέει μια Ιερισσιώτισσα που μας συντροφεύει στη διαδρομή. «Τον τόπο εδώ τον βλέπεις», μου λέει ο «Δικαιόπολις» και δείχνει με το χέρι του την αντίθεση που απλώνεται μπροστά μας. «Αλλάζει, κάθε τέσσερις φορές τον χρόνο είναι κι άλλος τόπος. Αυτό από μόνο του είναι ερωτικό. Που σημαίνει ότι ήμουν πάντα ερωτευμένος. Και ήρθε η Ελληνικός Χρυσός και μου κατέστρεψε αυτόν τον έρωτα. Πώς θες να αντιδράσω; Πώς θες να αντιδράσει ένας ερωτευμένος; Θα νικήσουμε»…


http://antigoldgr.org


Δεν υπάρχουν σχόλια :