Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

ΜΠΟΫΚΟΤΑΖ: Η (Αντ)Εξουσία της Αγοραστικής Δύναμης.

Καταναλώνω Σημαίνει «Ψηφίζω» 

Κάθε εργαλείο είναι ένα όπλο, αν το χειρίζεσαι σωστά. 
Ani DiFranco  

Ο Μύθος της Δημοκρατίας 
Από παιδιά μαθαίνουμε ότι το πολίτευμά μας είναι η Δημοκρατία, στην οποία ο λαός είναι η «κυρίαρχη δύναμη» και εκφράζει τη θέλησή του μέσω των εκλογών. Κατά την άποψη του γράφοντος, στη σύγχρονη Ιστορία, ίσως δεν έχει υπάρξει μεγαλύτερος μύθος από αυτόν. Οι ενδείξεις είναι πολλές και ολοφάνερες για όποιον έχει τη θέληση να κοιτάξει κατάμουτρα την αλήθεια. Κατ’ αρχήν οι σημερινές δημοκρατίες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι κοινοβουλευτικές, δηλαδή λειτουργούν με τη μέθοδο της αντιπροσώπευσης ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων από λίγους. Από μόνο του αυτό το γεγονός υποβαθμίζει το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του πολιτεύματος: αυτού που είναι η διαρκής συμμετοχή του πολίτη στη λήψη των ζωτικών αποφάσεων που αφορούν την κοινότητα. Ο πολίτης περιορίζεται στο να ερωτάται η γνώμη του μία φορά κάθε λίγα χρόνια και από εκεί και πέρα αποκόπτεται ολοκληρωτικά από οποιαδήποτε διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η μόνη δύναμη, που διατηρεί στο μεσοδιάστημα των εκλογών, είναι ένα περισσότερο τυπικό παρά ουσιαστικό δικαίωμα ελέγχου των κρατικών διαδικασιών, δικαίωμα βέβαια κατοχυρωμένο συνταγματικά. 

Δυστυχώς, ακόμα και αυτή η ελάχιστη θεωρητική επιβολή άποψης από τη λαϊκή πλειοψηφία μέσω των αντιπροσώπων της, στην πράξη χωλαίνει οικτρά. Οι πληθυσμοί των χωρών είναι τόσο μεγάλοι που καθιστούν τις επικοινωνιακές ανάγκες των υποψηφίων αντιπροσώπων πολύ δαπανηρή υπόθεση. Επιπλέον, είναι ουσιαστικά αδύνατο για έναν υποψήφιο βουλευτή να πορευτεί μέσα στο πολιτικό σκηνικό χωρίς να γίνει δεκτός από κάποιο κόμμα, χωρίς να γίνει δηλαδή κομμάτι του μηχανισμού των γνωριμιών των ανθρώπων του κόμματος. Τι σημαίνουν όλα τα παραπάνω; Απλούστατα ότι ο κάθε υποψήφιος βουλευτής, για να βρει μια θέση σε κάποιο ψηφοδέλτιο θα πρέπει να εκφράσει την αφοσίωσή του στο κόμμα τόσο πριν όσο και μετά τις εκλογές, Η «αφοσίωση» αυτή σημαίνει ότι αν ο βουλευτής θέλει μια μακροπρόθεσμη παρουσία στα πολιτικά δρώμενα θα πρέπει πρωτίστως να φροντίζει να υποστηρίζει την εκ των άνωθεν καθορισθείσα «γραμμή» και δευτερευόντως μόνο να εκτελεί το λειτούργημα το οποίο του έχει ανατεθεί: την εκπροσώπηση των ψηφοφόρων που τον εξέλεξαν. Αντί δηλαδή οι βουλευτές να λειτουργούν σαν ελεγκτές του κόμματος μέσω της ψηφοφορίας στη βουλή, το κόμμα είναι αυτό που στην πραγματικότητα ελέγχει τους βουλευτές, απογυμνώνοντάς τους από την ικανότητα να εκτελέσουν αποτελεσματικά τη λαϊκή εντολή. Σαν απόδειξη του παραπάνω υπενθυμίζουμε την ελληνική πολιτική πραγματικότητα στην οποία γινόμαστε πολύ συχνά μάρτυρες (αντισυνταγματικής;) αποπομπής βουλευτών μεγάλων κομμάτων οι οποίοι διαγράφονται από αυτά επειδή δεν ακολούθησαν τις εντολές τους και λειτούργησαν σύμφωνα με τη δική τους ανεξάρτητη κρίση και πιθανώς σκεπτόμενοι το συμφέρον των εκλεκτόρων τους. 

Το έλλειμμα δημοκρατίας όμως ενισχύεται περισσότερο και από άλλα φαινόμενα του σύγχρονου βίου, όλα δεμένα σε ένα φαύλο κύκλο αιτίου και αποτελέσματος. Το γεγονός ότι οι βουλευτές λειτουργούν περισσότερο σαν «υπάλληλοι» των κομμάτων και όχι σαν εκπρόσωποι του εκλογικού σώματος συνδυάζεται τα τελευταία χρόνια με την εξέλιξη της τεχνολογίας των πληροφοριών. Το αποτέλεσμα –σε παγκόσμιο μάλιστα επίπεδο– είναι η ψήφιση αμφίβολης συνταγματικότητας νομοσχεδίων τα οποία δίνουν το δικαίωμα στην Αρχή να παρακολουθεί τους πολίτες χρησιμοποιώντας κάμερες και άλλα μέσα, και το σημαντικότερο, να αρχειοθετεί δηλαδή να «φακελώνει» τις πληροφορίες αυτές. Παραδειγματικά αναφέρουμε ότι οι πολίτες της Μεγάλης Βρετανίας παρακολουθούνται καθημερινά κατά μέσο όρο 16 ώρες (!), ενώ και στην Ελλάδα υπάρχει μια διαρκής προσπάθεια επιβολής «τρομονοοτροπίας» η οποία ανοίγει το δρόμο σε νομοθεσίες και πρακτικές ασφυκτικού ελέγχου των πολιτών, ενίοτε μάλιστα κατάφωρα αντισυνταγματικές. Η παραπάνω ενορχηστρωμένη προσπάθεια δεν αποτελεί όμως ελληνική έμπνευση αλλά προωθείται ύπουλα παγκοσμίως με νομοθετήματα τα οποία υπερψηφίζονται από τους «αντιπροσώπους» αυτών που θα ελέγχονται και με πρόσχημα την ανάγκη αυξημένης ασφάλειας, στηριζόμενη στην πολυδιαφημισμένη απειλή της τρομοκρατίας, και όχι μόνο. 

Ταυτόχρονα όμως με τη συγκέντρωση πάσης φύσης πληροφοριών, η Αρχή με πρόσχημα το «ευαίσθητο» ή «απόρρητο» τους, αποτρέπει την πρόσβαση του πολίτη σε αυτές και μην επιτρέποντάς του να ελέγχει τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, στοιχείο θεμελιώδες για μια δημοκρατία. Η ελληνική πραγματικότητα σχετικά πρόσφατα μας έδωσε ένα τρανό παράδειγμα του παραπάνω, στο οποίο για ευνόητους λόγους δεν θα αναφερθούμε περισσότερο. Ακόμα και όταν οι τυχόν παράνομες ή αμφίβολης σκοπιμότητας κυβερνητικές πρακτικές γίνονται γνωστές, οι δαπανηρότατες και χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες καθιστούν την απόδοση δικαιοσύνης προβληματική υπόθεση. Ακόμα και αν κάποιος πολίτης ή ομάδα έχει τη διάθεση και τα χρήματα να προχωρήσει σε δικαστική διαμάχη προκειμένου να αποζημιωθεί για κρατική παρανομία, το απρόσωπο των κρατικών υπηρεσιών και οι έντονα συντεχνιακές τους πρακτικές συχνά καθιστούν τις δικαστικές αποφάσεις εναντίον τους κενό γράμμα, αφού αυτές μπορούν να αγνοούνται επιδεικτικά από τους κρατικούς λειτουργούς χωρίς φόβο προσωπικών συνεπειών. 

Από όλα τα παραπάνω βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι σημερινές δημοκρατίες με μεγάλη δυσκολία μπορούν πλέον να χαρακτηρίζονται ως τέτοιες. Όχι μόνο τα κοινοβουλευτικά συστήματα αφαιρούν εγγενώς την ουσία του πολιτεύματος όπως μας το δίδαξαν οι Αρχαίοι Έλληνες, αλλά και η διαρκής τάση αύξησης του ελέγχου των πολιτών από τις κυβερνήσεις με την ταυτόχρονη απομάκρυνσή τους από το αντίστροφο (ελέγχου δηλαδή της κυβέρνησης από τους πολίτες) μας οδηγούν στο ζοφερό συμπέρασμα ότι οι δημοκρατίες υπάρχουν πλέον μόνο κατ’ όνομα. 

Αγοραστική Δύναμη: Η Αγνοημένη Ισχύς του Πολίτη 
Με την τροπή που τείνουν να πάρουν τα πολιτικά πράγματα στις Δυτικές χώρες είναι οπωσδήποτε απαραίτητο για τους κατοίκους τους να δείξουν με κάθε τρόπο τη δυσαρέσκειά τους για τις εξελίξεις, αν θέλουν να ανατρέψουν ή έστω να καθυστερήσουν την έλευση ενός πραγματικού «1984». Το γεγονός μάλιστα της αναγκαιότητας της έκφρασης της δύναμής τους τονίζεται όχι μόνο από τις ολοένα αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες αλλά ακόμα περισσότερο από την έκταση και σοβαρότητα του οικολογικού προβλήματος το οποίο στα επόμενα χρόνια θα παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις. Οι αιτίες που οδηγούν στην επιδείνωση αυτού του προβλήματος σχετίζονται με τις πολιτικές τόσο των μεγάλων εταιριών όσο και των κυβερνήσεων. Από ότι φαίνεται μέχρι τώρα, οι πρώτες σίγουρα δεν δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον να κάνουν κάτι (πολλές μάλιστα προσπαθούν να αποσιωπήσουν το πρόβλημα) και οι δεύτερες εμφανίζονται από απλώς διστακτικές στη λήψη μέτρων έως και ολοφάνερα συμπνέουσες με τα συμφέροντα των μεγαλοεταιριών τα οποία φυσικά κάθε άλλο παρά «πράσινα» είναι. Το θέμα είναι τεράστιο και δεν θα επεκταθούμε εδώ, είναι σαφές όμως ότι το μήνυμα της δυσαρέσκειας και της αναγκαιότητας αλλαγής πλεύσης πρέπει να γίνει ηχηρά ακουστό τόσο από τις κυβερνήσεις όσο και από τις εταιρίες. Ευτυχώς, η δύναμή των ανθρώπων δεν περιορίζεται στην αδύναμη ούτως ή άλλως ψήφο η τις μεμονωμένες διαμαρτυρίες. Η αλλά και μεγαλύτερη ισχύς του πολίτη σήμερα δεν είναι παρά η αγοραστική του δύναμη. 

Η αγοραστική δύναμη δεν είναι παρά η ουσιαστικότερη ένδειξη της ικανότητας ενός ανθρώπου να αποκτά υλικά αγαθά και υπηρεσίες. Αν και σχετίζεται, δεν είναι ίδια με το εισόδημα αφού οι τιμές των διαθέσιμων προϊόντων μπορεί να κυμαίνονται από χώρα σε χώρα ή ακόμα και από περιοχή σε περιοχή. Αν λόγου χάρη το ψωμί στη χώρα Α κοστίζει 1 Ευρώ και ο μέσος κάτοικος της χώρας αυτής κερδίζει 10.000 Ευρώ το χρόνο, η αγοραστική του δύναμη –όσον αφορά το ίδιο ψωμί τουλάχιστον– είναι μεγαλύτερη από του κατοίκου της χώρας Β ο οποίος, αν και κερδίζει 13.000 το χρόνο, το ψωμί στη χώρα Β κοστίζει 2 Ευρώ. 

Τι είναι όμως αυτό που καθιστά την αγοραστική δύναμη τόσο σημαντική; Απλούστατα, είναι αυτή η οποία κάνει τον οικονομικό μηχανισμό να κινείται. Από τη μικρότερη ως τη μεγαλύτερη κλίμακα της οικονομίας η ροή των χρημάτων σε έναν δίαυλο καθορίζει την ισχύ του κάθε κόμβου που συνδέεται με το δίαυλο αυτόν. Με πιο απλά λόγια τα χρήματα είναι το αίμα κάθε οικονομικού οργανισμού. Εκεί που διατίθεται χρήμα υπάρχει ζωή και ανάπτυξη, ενώ εκεί που δεν συμβαίνει αυτό, έρχεται ο μαρασμός και η ερήμωση. Από την οπτική γωνία ενός οικονομικού κόμβου, μιας εταιρίας για παράδειγμα, όλα εξαρτώνται από την εισροή χρήματος, δηλαδή από τον κύκλο εργασιών της. Ο κύκλος εργασιών μιας εταιρίας όμως πηγάζει πρωταρχικά από την πελατεία της, δηλαδή από τη θέληση άλλων ανθρώπων μέσα στο κοινωνικό σύνολο να καταθέσουν μέρος της αγοραστικής τους δύναμης στο δίαυλο ενδυνάμωσης της εταιρίας. Όλα εξαρτώνται από το παραπάνω: Αν οι πελάτες της εταιρίας την εγκαταλείψουν και αποφασίσουν να διαθέσουν αλλού τα χρήματά τους τότε η εταιρία δεν θα έχει λόγο ύπαρξης και αυτομάτως θα πάψει να υπάρχει. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι το κοινό είναι αυτό που δημιουργεί τις απαιτήσεις και καθορίζει ποιος από τους οικονομικούς οργανισμούς θα επιβιώσει και ποιος θα πεθάνει. Ουσιαστικά, η αγορά προϊόντων δεν είναι παρά η «επιβράβευση» της δραστηριότητας του παραγωγού και η εντολή της συνέχισης της εργασίας του. Έτσι λοιπόν, αθροιστικά, η διάθεση της αγοραστικής δύναμης των ανθρώπων είναι αυτή που θέτει σε κίνηση την οικονομία και καθορίζει τις ισορροπίες μέσα σε αυτήν και μάλιστα με έναν σχεδόν απόλυτο τρόπο. 

Το πρόβλημα είναι ότι ελάχιστοι γνωρίζουν πόσο ουσιαστική δύναμη –πολιτική και επικοινωνιακή– έχουν τα χρήματά τους και ακόμα πιο λίγοι εκείνοι οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να τη χρησιμοποιήσουν συνειδητά. Αυτό βέβαια δεν είναι τυχαίο. Όχι μόνο η συνειδητή χρήση αγοραστικής δύναμης απαιτεί ενίοτε και κάποιες θυσίες, όπως την αγορά προϊόντων τα οποία είναι σημαντικά ακριβότερα από αντίστοιχα ανταγωνιστικά ανάλογης ποιότητας αλλά πολύ πιο σημαντικά, όλος ο μηχανισμός της κατανάλωσης είναι στημένος με τέτοιο τρόπο ώστε τα διαθέσιμα προϊόντα να είναι στα μάτια των υποψήφιων πελατών εντελώς αποκομμένα από τη διαδικασία παραγωγής και τις όποιες συνέπειες θα υπάρξουν από την αγορά του. Στα μάτια του σύγχρονου καταναλωτή τα προϊόντα «ξεφυτρώνουν» με ένα σχεδόν μαγικό τρόπο στα ράφια των πολυκαταστημάτων και δεν καλλιεργείται απολύτως κανένα ενδιαφέρον για το που παράχθηκαν, υπό ποιες συνθήκες, από ποιους εργάτες και με ποιες οικολογικές επιπτώσεις. Αντιθέτως, τέτοιες πληροφορίες τείνουν να αποκρύβονται από τις εταιρίες και μόνο κάποιες νομοθετικές ρυθμίσεις τις υποχρεώνουν να αναγράφουν κάποιες από αυτές στις συσκευασίες όπως τη χώρα προέλευσης και τα βασικά συστατικά παρασκευής αν είναι τρόφιμα. 

Ηθικός Καταναλωτισμός και «Dollar Vote» 
Η κατάσταση βέβαια ανατρέπεται αν κάποιος έχει συνείδηση του μηχανισμού που τίθεται σε κίνηση με την ανταλλαγή προϊόντος με χρήμα. Η γνώση ότι η τάδε φτηνή ηλεκτρική συσκευή παράχθηκε με παιδική εργασία σε μια χώρα της Άπω Ανατολής ξαφνικά μπορεί να κάνει την αγορά της συσκευής αυτής πολύ ακριβή υπόθεση, τουλάχιστον από ηθικής πλευράς. Παρομοίως, αν κάποιος γνωρίζει ότι η εταιρία καλλυντικών που παράγει ένα σαμπουάν μολύνει έντονα το περιβάλλον, θα τιμωρήσει την εταιρία πολύ πιο σκληρά από οποιοδήποτε τυχόν πρόστιμο της επιβληθεί αν πάψει να αγοράζει τα προϊόντα της, και ακόμα πιο πολύ, αν συζητήσει γι΄ αυτό με τους φίλους του. Στις Δυτικές χώρες τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να εξαπλώνεται η ιδέα του «ηθικού καταναλωτισμού» (ethical consummerism), ο οποίος παρουσιάζεται σαν ένα γενικότερο καταναλωτικό ήθος και πρεσβεύει την συστηματική έρευνα και αγορά προϊόντων τα οποία πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια. Τα κριτήρια αυτά έχουν να κάνουν τόσο με τον τρόπο παραγωγής (συνθήκες εργασίας των εργατών, οικολογικές επιπτώσεις κ.α.) όσο και με τα συμφέροντα που προωθούνται μέσω της υποστήριξης του εν λόγω παραγωγού. Για παράδειγμα, σύμφωνα με έρευνα της εταιρίας διεθνών δημοσκοπήσεων GMI το 1/5 των Ευρωπαίων και Καναδών πολιτών αποφεύγει τα αμερικανικά προϊόντα εξαιτίας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Συμπληρώνοντας τα παραπάνω λεγόμενα, αναφέρουμε συνοπτικά ότι στη σχετική φιλολογία που έχει αναπτυχθεί πάνω στο θέμα, έχει εφευρεθεί και ο όρος «dollar vote» για να περιγράψει με συντομία την όλη ιδέα της χρήσης αγοραστικής δύναμης σαν μέσο πίεσης και επέκτασης των δημοκρατικών δικαιωμάτων των πολιτών. 

Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΕΣΑ από ΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ 
Παρ’ ότι έχουν χυθεί τόνοι μελανιού, από τα αρχαία ακόμα χρόνια περί της σημασίας της ατομικής ευθύνης μέσα στο συλλογικό πλαίσιο, οι απόψεις ακόμα και σήμερα διίστανται όσον αφορά το χρέος ενός πολίτη μέσα σε μια δημοκρατία. Το θέμα σήμερα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο επειδή παρατηρείται έντονα το φαινόμενο της εξατομίκευσης των πολιτών, εμφάνισης δηλαδή ανθρώπων οι οποίοι ενδιαφέρονται και ασχολούνται μόνο με τα αποκλειστικώς προσωπικά τους ζητήματα και απαξιούν να ασχοληθούν με τα ζητήματα που τους αφορούν σε συλλογικό επίπεδο. Το φαινόμενο αυτό είναι σύνθετο και έχει πολλές αιτίες, εκ των οποίων όμως κεντρικό ρόλο παίζει ο λεγόμενος «υλικός ευδαιμονισμός» δηλαδή ο τρόπος ζωής ο οποίος πρεσβεύει σαν πραγμάτωση του ανθρώπου την επίτευξη εφήμερης ικανοποίησης μέσω της κατανάλωσης υλικών αγαθών. Όπως και να έχει, το να υιοθετεί κάποιος εξατομικευμένη νοοτροπία σημαίνει αυτόματα ότι απεμπολεί τα δημοκρατικά του δικαιώματα. Αυτό είναι εύκολα αντιληπτό αφού η εξουσία και ο έλεγχος των καταστάσεων από τη φύση τους χρειάζονται πρωτοβουλία για να αποκτηθούν. Όταν λοιπόν κάποιος δεν ασχοληθεί με κάτι που τον αφορά τότε αυτομάτως ανοίγει το δρόμο σε κάποιον άλλο για να ασχοληθεί και να πράξει για λογαριασμό του. 

Μεταφράζοντας τα παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι η ελευθερία δεν είναι ένα αγαθό σαφώς οριοθετημένο αλλά κυμαίνεται μέσα στα όρια της πρωτοβουλίας που παίρνει κάποιος, δηλαδή στα όρια της ευθύνης που είναι διατεθειμένος να αναλάβει. Επομένως, σε συλλογικό επίπεδο, αν μια ομάδα αρνηθεί να πάρει πρωτοβουλία για τα ζητήματα που την αφορούν τότε τα ζητήματα αυτά θα διευθετηθούν από κάποιον εκτός της ομάδας. Η πρωτοβουλία όμως είναι πάντα ατομική υπόθεση άρα η διατήρηση της ελευθερίας ενός συνόλου ανθρώπων περνά από την ατομική πρωτοβουλία, κατά συνέπεια από την ατομική ευθύνη. Όλα τα παραπάνω συνδέονται με σαφή τρόπο με την ιδέα της επιτηδευμένης χρήσης της αγοραστικής δύναμης αφού αυτή απαιτεί γνώση, κρίση και προ πάντων θέληση προκειμένου να εφαρμοστεί, απαιτεί με λίγα λόγια πρωτοβουλία. 

 Σε ένα πιο πολιτικό πλαίσιο, ένα ακόμα από τα σαφή πλεονεκτήματα της συνειδητής άσκησης «δημοκρατικών δικαιωμάτων» μέσω της στοχευόμενης χρήσης της αγοραστικής δύναμης είναι ότι αυτή επ’ ουδενί προτρέπει τους ανθρώπους να χωριστούν σε «παρατάξεις», ούτε προκαλεί πόλωση, πάθη και μίση όπως δυστυχώς συμβαίνει πολλές φορές στην κομματικοποιημένη πολιτική ζωή ενός τόπου. Δυστυχώς, πέρα από τους διαπληκτισμούς και την πόλωση όμως, παρατηρείται επίσης ότι η ψήφος καταντά για πολλούς ανθρώπους να δηλώνει ταυτότητα, να αποτελεί δηλαδή μια εκδήλωση του «ανήκειν» του ψηφοφόρου αντί να αποτελεί προϊόν σοβαρής περίσκεψης και ψυχρής λογικής. Αντιθέτως, ο «συνειδητός καταναλωτισμός» –ας μου επιτραπεί το αδόκιμο του όρου– δίνει μια εντελώς εναλλακτική ματιά πάνω στο ζήτημα της ατομικής ευθύνης του πολίτη και αποκομματικοποιεί την ανάγκη συμμετοχής του στα κοινά. Μάλιστα, λόγω του ελεύθερου διεθνούς εμπορίου και την επικράτησης των πολυεθνικών εταιριών, η συμμετοχή αυτή μπορεί και υπερβαίνει τα όρια των συνόρων αποκτώντας υπερεθνικό χαρακτήρα. 

 Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι πολύ δύσκολο να συντονιστούν εκατομμύρια ανθρώπων στο να υιοθετήσουν μια συγκεκριμένη καταναλωτική πολιτική ώστε να γίνουν φανερές οι προθέσεις τους και να ασκήσουν κάποια πίεση. Αυτό εν μέρει είναι σωστό, γι’ αυτό και ο γενικευμένος «ηθικός καταναλωτισμός» ίσως είναι μονόδρομος για τη δημιουργία ενός νέου κλίματος στο δυτικό –και γιατί όχι;– στο παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι αφού όταν υιοθετείται σαν πάγια, καθημερινή πολιτική επιλογής προϊόντων αναιρείται η ανάγκη συντονισμού, εκτός κι αν πρόκειται για ειδικές περιπτώσεις όπως το μποϋκοτάζ, που αναλύεται παρακάτω. Βεβαίως, και αυτό είναι το σημαντικό, τα μηνύματα των καταναλωτών μπορούν να γίνουν κατανοητά ακόμα και μετά από πολύ μικρές επιτευχθείσες διακυμάνσεις των εταιρικών οικονομικών μεγεθών, προκύπτουσες από τη στοχευμένη τους δράση. Μια αναπάντεχη ελάττωση της τάξης του 5% στον κύκλο εργασιών μιας οποιασδήποτε πολυεθνικής εταιρίας μπορεί να αποτελέσει μεγάλο πρόβλημα για αυτήν αφού αφ’ ενός τα ποσά που διακινούν τέτοιες εταιρίες είναι τεράστια, αφ’ ετέρου η κερδοφορία τους συνήθως δεν υπερβαίνει το 4% στο σύνολο του κύκλου εργασιών τους. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι εξαιτίας του αδυσώπητου ανταγωνισμού οι τάσεις του κοινού ανιχνεύονται συστηματικά από αυτές, καθιστά τη δύναμη μιας «καταναλωτικά συνειδητοποιημένης» μειοψηφίας καθόλου αμελητέα. 

Μποϋκοτάζ: Η Πιο Ισχυρή και Οργανωμένη Χρήση της Αγοραστικής Δύναμης 
Η πιο επιθετική και άμεσα αποτελεσματική χρήση της αγοραστικής δύναμης είναι αναμφισβήτητα το μποϋκοτάζ. Αν και πραγματοποιείται συνήθως από ανθρώπους με πλήρη συνείδηση της καταναλωτικής τους δύναμής, δεν αποτελεί απαραίτητα μέρος μιας γενικότερης κατευθυνόμενης αγοραστικής πρακτικής. Με λίγα λόγια, το κίνητρο πίσω από το μποϋκοτάζ δεν είναι αναγκαστικά μια γενικότερη στάση ηθικής και κουλτούρας αλλά μπορεί να προέρχεται και από σύγκρουση συμφερόντων. Συνήθως πρόκειται για την στοχευμένη δράση εναντίον μιας συγκεκριμένης εταιρίας, κράτους ή ομάδας ανθρώπων με σαφή σκοπιμότητα τον οικονομικό και πολιτικό στραγγαλισμό της/τους και την πρόκληση όσο το δυνατόν μεγαλύτερης ζημιάς. Συνίσταται στη συστηματική αποφυγή συναλλαγής με οποιοδήποτε προϊόν η υπηρεσία σχετίζεται με την εταιρία ή χώρα στόχο και μάλιστα προχωρώντας πέρα από αυτό, συνήθως χαρακτηρίζεται από έντονες διαφημιστικές καμπάνιες προκειμένου η συλλογιστική και η σκοπιμότητα πίσω από το μποϋκοτάζ να γίνουν γνωστές στο ευρύτερο κοινό ώστε να μεγιστοποιηθεί η ζημιά. Από τη στιγμή που αυτό προωθείται μέσω διαφημίσεων και άλλου είδους δημοσιότητα, όπως δημόσιες ομαδικές διαμαρτυρίες, ακτιβισμό, συνεντεύξεις, δημοσίευση άρθρων κτλ, συνιστά μια πράξη σαφούς πολιτικής υφής και παίρνει το χαρακτήρα οικονομικού, κοινωνικού και πληροφοριακού πολέμου. Πολλές φορές, η δημοσιότητα αποτελεί το σημείο κλειδί της λειτουργίας του αφού εάν η υποστήριξη των θέσεων των υποστηρικτών του φτάσει μια κρίσιμη μάζα τότε μπορεί να συμπαρασύρει και άλλες δυνάμεις του οικονομικού ή κοινωνικού γίγνεσθαι αποκτώντας έτσι μεγάλη ισχύ. 

Παρ’ όλη την αποτελεσματικότητά και την πολλές φορές επιθετική επικοινωνιακή πολιτική του –η οποία ενίοτε μπορεί να οδηγήσει και σε κλιμάκωση της αντιπαλότητας–, το γενικότερο ήθος πίσω από το μποϋκοτάζ βρίσκεται μακριά από τη βία. Ο Ίντιρα Γκάντι, ηγέτιδα της Ινδίας στις αρχές του αιώνα και θερμός πολέμιος της αποικιοκρατικής πολιτικής των Βρετανών, δημιούργησε ολόκληρο ηθικό κώδικα γύρω από την μη-βίαιη αντίσταση, κεντρικό σημείο του οποίου ήταν το μποϋκοτάζ. Αν και πολλές φορές είναι το μόνο όπλο που απομένει στους αδυνάτους –πράγμα που σημαίνει ότι η μη-βία ίσως δεν είναι επιλογή τους αλλά μονόδρομος– αυτό δεν του αφαιρεί το μεγάλο προσόν ότι, ενώ μπορεί να είναι ενίοτε πολύ ισχυρό, είναι εκ φύσεως ειρηνικό, αφού δεν προσπαθεί να επιβάλλει κάτι στον αντίπαλο παρά εκδηλώνει απαξίωση και μη συμμετοχή. 

Αν και η πρακτική του μποϋκοτάζ είναι άγνωστο για το πότε εφαρμόστηκε για πρώτη φορά, η αποικιοκρατική πολιτική ορισμένων ισχυρών κρατών στους προηγούμενους τρεις αιώνες έδωσε πολλές αφορμές για καταγραφή τέτοιων κινητοποιήσεων μεγάλης κλίμακας. Μια από τις πρώτες τέτοιες καταγεγραμμένες προσπάθειες συνέβη το 1769, με την άρνηση διακίνησης και αγοράς αγγλικών προϊόντων από τους Αμερικανούς αποίκους λίγο πριν την έναρξη της Αμερικανικής Επανάστασης (ξεκίνησε μάλιστα με το φημισμένο περιστατικό του τσαγιού όπου Αμερικανοί λιμενεργάτες πέταξαν στη θάλασσα ένα αγγλικό φορτίο τσαγιού). Η αιτία ήταν ότι οι Αμερικανοί άποικοι παρ’ ότι φορολογούνταν κανονικά από τη μητροπολιτική Αγγλία, δεν αντιπροσωπεύονταν από κανέναν στο αγγλικό κοινοβούλιο. Το αποτέλεσμα ήταν η κλιμάκωση της έντασης και τελικά ο πόλεμος της ανεξαρτησίας που οδήγησε στην ίδρυση του αμερικανικού κράτους. Άλλο γνωστό περιστατικό συστηματικής οικονομικής απομόνωσης συνέβη το 1830, όταν λίγα χρόνια πριν το ξέσπασμα του αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, εκπρόσωποι των νέγρων σκλάβων ενθάρρυναν το μποϋκοτάζ όλων των προϊόντων που είχαν παραχθεί από σκλάβους. Η σκοπιμότητά τους ήταν σαφής: Αν κανείς δεν αγόραζε τα προϊόντα που παρήγαγαν οι σκλάβοι τότε η δουλεία θα έπαυε να έχει νόημα. 

Η Προέλευση του Όρου Μποϋκοτάζ 
O όρος «μποϋκοτάζ» εφευρέθηκε περίπου το 1880 από το όνομα του Charles Boycott, ενός πράκτορα που είχε αναλάβει τη διαχείριση ενός μεγάλου κτήματος στην Ιρλανδία για λογαριασμό του Άγγλου ιδιοκτήτη, Earl Erne. Ο Boycott δέχθηκε διαμαρτυρίες για το ύψος του ενοικίου από τους εργάτες του κτήματος. Αυτός όχι μόνο δεν ενέδωσε αλλά και έδιωξε όλους όσους είχαν διαμαρτυρηθεί. O Ιρλανδός Charles Parnell, σε αγόρευσή του προς τους διαμαρτυρόμενους εργάτες υποστήριξε ότι αντί να καταφύγουν στη βία, καλύτερο για όλους τους κατοίκους της τοπικής κοινότητας θα ήταν να πάψουν να συναλλάσσονται μαζί του. Παρά τις δυσκολίες που θα επέσυρε μια τέτοια πράξη και για τους ίδιους τους εργάτες, αυτοί ακολούθησαν την πρόταση του Parnell και απομόνωσαν τον Boycott παύοντας να εργάζονται στα κτήματά του. Oι τοπικοί Ιρλανδοί έμποροι, σε πλήρη σύμπνοια με τους πιο αδύναμους εργάτες συμπατριώτες τους, έπαψαν να εμπορεύονται μαζί του ενώ ακόμα και ο ταχυδρόμος έπαψε να του παραδίδει την αλληλογραφία. Παρά τις προσπάθειες του Boycott να προσλάβει εργάτες από αλλού, τελικά μετά από τρεις μήνες αναγκάστηκε να αφήσει το πόστο του και να επιστρέψει στην πατρίδα του. Μέχρι τότε η υπόθεση είχε γίνει ευρέως γνωστή και το όνομα Boycott άρχισε να χρησιμοποιείται παγκοσμίως σαν ορισμός του οικονομικού και κοινωνικού εξοστρακισμού. 

Το 1919 κατά το κίνημα της 4ης Μαΐου, για πολλούς το ξεκίνημα της διαμόρφωσης της σύγχρονης Κίνας, η στροφή της Κίνας προς την εσωστρέφεια, την αναβίωση των παραδοσιακών της αξιών και τον εθνικισμό οδήγησε σε μεγάλης κλίμακας μποϋκοτάζ Ιαπωνικών προϊόντων προκειμένου να αναζωογονηθεί η εγχώρια βιομηχανία. Την ίδια περίοδο στην Αγγλοκρατούμενη Ινδία ο Μαχάτμα Γκάντι, πολέμιος της αφαιμακτικής αποικιοκρατικής πολιτικής της Αγγλίας απέναντι στη χώρα του ξεκίνησε ένα μαζικό κίνημα μη-βίαιης αντίστασης.. Κεντρικοί άξονες του κινήματος αυτού ήταν η άρνηση χρήσης βίας ακόμα και αν αυτή χρησιμοποιείται από τον αντίπαλο και η άρνηση συμμετοχής σε οποιαδήποτε οικονομική αλλά και κοινωνική δραστηριότητα πήγαζε από αυτόν. Ο Γκάντι γνώριζε καλά ότι η αποικιοκρατική πολιτική απαιτούσε την όσο δυνατόν μεγαλύτερη ενσωμάτωση του ντόπιου πληθυσμού στους οικονομικούς και πολιτισμικούς κόλπους της Αυτοκρατορίας. Ήξερε λοιπόν ότι για να της εναντιωθεί δεν αρκούσε μόνο η οικονομική της απομόνωση αλλά και η κοινωνική-πολιτισμική. Έτσι, προέτρεπε τους Ινδούς στην αποχή όχι μόνο από οικονομικές συναλλαγές με Άγγλους, αλλά και σε άρνηση εργασίας σε κυβερνητικές υπηρεσίες, σε μη υπακοή σε διατάγματα βρετανικών δικαστηρίων και σε άρνηση αποδοχής Αγγλικών τίτλων ευγενείας. Οι Ινδοί ακολούθησαν τον Γκάντι και τελικά οι Άγγλοι αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ινδία, (όχι όμως χωρίς να αφήσουν το σπόρο της έριδας πίσω τους, διχάζοντάς την στα δύο με την ίδρυση του Πακιστάν.) 

Μερικά χρόνια αργότερα, το 1933, οργανώθηκε στη Γερμανία ημερήσιο μποϋκοτάζ εναντίον των Εβραίων. Αυτό δεν είχε να κάνει μόνο με την άρνηση συναλλαγών αλλά και τη διοργάνωση διαμαρτυριών εναντίον τους. Αν και επισήμως κράτησε μόνο μια μέρα, οι Εβραίοι απομονώνονταν οικονομικά και κοινωνικά ολοένα και περισσότερο από τους Γερμανούς, μέχρι την έλευση φυσικά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη γνωστή φρικτή μοίρα για χιλιάδες από αυτούς. Το πολιτικό μποϋκοτάζ στις μέρες μας έχει σαν κύριους αποδέκτες τις ΗΠΑ, την Κίνα και το Ισραήλ. Οι ΗΠΑ βρίσκονται στο στόχαστρο κυρίως των ευρωπαίων καταναλωτών οι οποίοι εμφανίζονται ιδιαίτερα δυσαρεστημένοι με τις επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η Κίνα από την άλλη μεριά προκαλεί την απομόνωσή της μέσα από τις ακραίες κοινωνικές ανισότητες που επιτρέπει να επικρατούν στο εσωτερικό της ενώ το Ισραήλ δέχεται τον επικοινωνιακό και οικονομικό πόλεμο πλήθους γειτονικών εθνοτήτων με τις οποίες βρίσκεται σε συνεχή αντιπαράθεση. 

Στα πλαίσια συγκεκριμένων επικοινωνιακών πολιτικών, το μποϋκοτάζ εφαρμόστηκε και σε αθλητικές διοργανώσεις, κυρίως ολυμπιακές, εξαιτίας της παγκόσμιας εμβέλειας και απήχησής τους. Το 1936 διοργανώθηκε στη Βαρκελώνη η «Λαϊκή Ολυμπιάδα» σαν εναλλακτική διοργάνωση για όσους αθλητές ήθελαν να μποϋκοτάρουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες που διοργανώνονταν στο ναζιστικό Βερολίνο. Στην αντίστοιχη διοργάνωση του 1976 οι αφρικανικές χώρες απείχαν ως διαμαρτυρία για τη συμμετοχή της Νέας Ζηλανδίας, χώρα που προέβαινε σε αθλητική συν-δραστηριότητα με το καθεστώς του Άπαρτχαϊντ στη Νότια Αφρική. Το 1980 οι ΗΠΑ και κάποιοι από τους συμμάχους τους απείχαν από τους Ολυμπιακούς της Μόσχας σαν ένδειξη διαμαρτυρίας για την ρωσική εισβολή στο Αφγανιστάν. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ήταν η σειρά των Σοβιετικών, οι οποίοι σε αντίδραση για την αμερικανική αποχή απείχαν με τη σειρά τους από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες το 1984. 

Τις τελευταίες δεκαετίες, σε πορεία παράλληλη με την ανάπτυξη του «ηθικού καταναλωτισμού» αναπτύχθηκε ιδιαίτερα και το εταιρικό μποϋκοτάζ, κυρίως στις Δυτικές χώρες. Παραδείγματα υπάρχουν πάρα πολλά: Εναντίον της Nestle, εξαιτίας της επιθετικής της προώθησης κονσερβαρισμένου γάλακτος ως υποκατάστατου του μητρικού σε υπανάπτυκτες χώρες. Εναντίον της Esso για την άρνηση επένδυσης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και τη μη αναγνώριση του προβλήματος του φαινομένου του θερμοκηπίου. Εναντίον των καπνοβιομηχανιών από πλήθος ιατρικών και καταναλωτικών οργανώσεων, ακόμα και κυβερνήσεων για την προώθηση ενός προϊόντος με μηδενική χρησιμότητα και αποδεδειγμένη πρόκληση ζημιάς στην υγεία. Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά και δεν θα είχε νόημα η περαιτέρω καταγραφή τους, το σημαντικό είναι ότι οι εταιρίες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε πρακτικές μποϋκοτάζ σε σχέση με ολόκληρα κράτη και ότι η εφαρμογή εταιρικού μποϋκοτάζ είναι αποδεδειγμένο ότι μπορεί να φέρει αποτελέσματα. 

Ίντερνετ: Η Νέα Εποχή για την Αυτό-Οργάνωση των Πολιτών 
Η ανάπτυξη του Διαδικτύου έχει φέρει σαφώς νέα δεδομένα στον τρόπο που μπορούν να οργανώνονται ομάδες πολιτών για συγκεκριμένη δράση. Για την ακρίβεια, πρόκειται για μια επανάσταση, αφού για πρώτη φορά υπάρχει στα χέρια των πολιτών ένα διαδραστικό, δηλαδή αμφίδρομο μέσο το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο να ελεγχθεί και όπου η ελευθερία λόγου δεν είναι ένα κενό γράμμα αλλά πραγματικότητα. Πέρα από τη βαθύτερη κοινωνική και ψυχολογική σημασία της χρήσης ενός αμφίδρομου μέσου επικοινωνίας αντί για ένα μονόδρομο όπως η τηλεόραση, σε καθαρά πρακτικό επίπεδο η ευκολία χρήσης του Διαδικτύου και η ταχύτητα της επικοινωνίας με μεγάλο αριθμό ανθρώπων ταυτόχρονα, σημαίνει ότι αποτελεί ένα πρώτης τάξεως εργαλείο για την προώθηση πληροφοριών και την επίτευξη μαζικής συμμετοχής σε δράση. Το Διαδίκτυο μπορεί να προσφέρει τεράστια ικανότητα διάδοσης μηνυμάτων μέσω του φαινομένου της χιονοστιβάδας: ένα μήνυμα στέλνεται αρχικά σε λίγους αποδέκτες οι οποίοι όμως το διαδίδουν αλυσιδωτά σε ολοένα και περισσότερους ομολόγους τους. Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τα fora (αγγλιστί «forums»), και τα newsgroups, όλα αποτελούν όπλα σε όποιον θέλει να μεταδώσει ένα μήνυμα. Παραδειγματικά αναφέρουμε ότι η διοργάνωση της σιωπηλής διαμαρτυρίας –με συμμετοχή πολλών χιλιάδων κόσμου πανελλαδικώς– για τις καταστροφικές πυρκαγιές του Αυγούστου στην Πελοπόννησο και Εύβοια έγινε αποκλειστικά μέσω του Διαδικτύου. 

Οι συνέπειες των παραπάνω στην μαζική εφαρμογή της πρακτικής του ηθικού καταναλωτισμού και του μποϋκοτάζ είναι ολοφάνερες. Σήμερα πλέον υπάρχουν ιστοσελίδες με αποκλειστικό στόχο τη δημοσίευση πληροφοριών περί εταιριών οι οποίες εξαιτίας κάποιας αμφιλεγόμενης δράσης τους μπορούν να αποτελέσουν στόχο μποϋκοτάζ. Και όχι μόνο αυτό αλλά η ταχύτητα και μαζικότητα μετάδοσης της πληροφορίας σημαίνει ότι οι πολίτες μπορούν πλέον να αλληλοενημερώνονται, να συζητούν, να οργανώνονται και να δρουν αψηφώντας την ελεγχόμενη τηλεόραση και τις εφημερίδες. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι το Διαδίκτυο όχι μόνο διευκολύνει την οργανωμένη δράση των πολιτών όπως το μποϋκοτάζ ή άλλου είδους διαμαρτυρίες αλλά πολύ γενικότερα, αποτελεί ένα νέο όπλο στα χέρια του πολίτη για τη διατήρηση των δημοκρατικών του δικαιωμάτων, ένα νέο πεδίο για την ανάπτυξη δραστηριότητας τη διάδοση ιδεών, τη συζήτηση και την ανάληψη πρωτοβουλίας. Το ζήτημα είναι το κατά πόσο υπάρχει τέτοια διάθεση για δράση αν και με τις ανησυχητικές εξελίξεις στα πολιτικά, οικονομικά και οικολογικά ζητήματα θα ήταν πραγματικά ολέθριο το να συνεχιστεί η πρακτική της απάθειας και τη εξατομίκευσης. Όπως και να έχει, με την έλευση του Διαδικτύου είναι πλέον σίγουρο ότι έχουμε τα μέσα, μένει να δούμε αν έχουμε το θάρρος και την οξυδέρκεια να ενώσουμε τη δύναμή μας και να τη μετατρέψουμε σε βροντερή φωνή. 
ΜΑΡΙΟΣ ΔΑΜΟΥΛΙΑΝΟΣ 

Δεν υπάρχουν σχόλια :