Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Αυτό το περιοδικό βγαίνει… γιατί έτσι

του Αχιλλέα Φακατσέλη

Αντικαταναλωτικός, χλευαστικός, ο Τύπος του περιθωρίου δημιουργήθηκε, για να καλύψει τις ανάγκες επικοινωνίας των δημιουργών του. Πρόκειται για «αντικουλτούρα» με μια ρομαντική διάσταση, στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τα ταμπού και να «συζητήσει ελεύθερα και για όλα».

ΤΟΝ ΟΝΟΜΑΣΑΝ «παράλληλο», «υπόγειο», «περιθωριακό», Τύπο. Γεννήθηκε στη δεκαετία του 1960, ή λίγο πιο πριν, μέσα από την οικονομική κρίση, την ανεργία, την έξαρση της λογοκρισίας και των πολιτικών διωγμών, μέσα από τα μαχητικά κινήματα ενάντια στους πολέμους και τις επεμβάσεις, μέσα από την αναζήτηση του ελεύθερου έρωτα, της κοινοβιακής ζωής και της «φυγής» από μια καταπιεστική κοινωνία.

Εξελίχτηκε σε ένα είδος ιδεολογικού ανταρτοπόλεμου μιας νεολαίας που χλεύαζε, σάρκαζε και έκανε επιθέσεις με τη δύναμη του λόγου και των χρωμάτων εναντίον του κατεστημένου, που περιβλημένο με το μανδύα του αυταρχισμού έστελνε τις δυνάμεις καταστολής να επιβάλουν με τα κλομπ τις απόψεις της άρχουσας τάξης πάνω στους μακρυμάλληδες νεαρούς που τις αμφισβητούσαν.

Με κάθε έννοια αντικαταναλωτικός, ο αντεργκράουντ Τύπος γρήγορα μεταβλήθηκε σε μέσο διανοητικής αυτοάμυνας της νεολαίας του ’60, ενάντια στη λιμνάζουσα και διαβρωμένη κατεστημένη κουλτούρα. Ανένταχτος, έξω από κάθε κομματική περιχαράκωση, ο περιθωριακός Τύπος εξυπηρετούσε αυτό ακριβώς που λέει το όνομά του: ένα κοινωνικό περιθώριο φτιαγμένο από «γκρουπούσκουλα», που διένυαν έναν δρόμο υπαρξιακής αναζήτησης μέσα από τα ευφορικά, το σεξ, το μυστικισμό, το ρομαντισμό της στερημένης ζωής και την ποίηση των συνθημάτων στους γυμνούς τοίχους των γκέτο. Καθόλου πολιτικός αρχικά, ο περιθωριακός Τύπος υπηρετούσε την υπόθεση των ίδιων των δημιουργών του: αμφισβητούσε και χλεύαζε την κοινωνική πραγματικότητα του βιομηχανικού κράτους, του αστυνομικού κράτους. Για να πλατύνει σιγά σιγά, απευθυνόμενος σ’ όλους εκείνους που ένιωθαν φυγάδες μέσα στον κοινωνικό τους περίγυρο, και γρήγορα να αποτελέσει την ιδεολογική πλατφόρμα της επαναστατημένης νεολαίας της δεκαετίας του ’60, συνενώνοντας εκατομμύρια νέους οι οποίοι στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στη Δυτική Γερμανία, µμετέχουν σε φοιτητικά κινήματα, σε καταλήψεις πανεπιστημίων, σε δυναμικές αναμετρήσεις, με διαδηλώσεις κατά της ανεργίας και των πολέμων.

Στον «υπόγειο» αυτό Τύπο, οι άνθρωποι, που ξεφεύγουν από τις προδιαγραφές του «συστήματος», βρίσκουν την ταυτότητα τους: σήμερα ο «αντεργκράουντ Τύπος» έχει τόσο εξαπλωθεί, που η λεπτομερής καταγραφή του είναι πια αδύνατη. Σ’ αυτό, λοιπόν, το συγκλονιστικό κοινωνικό φαινόμενο θα επιχειρήσουμε μια μικρή αναφορά, γιατί «είτε το θέλουμε είτε όχι, ο Τύπος αντεργκράουντ είναι πια μια σταθερή και αδιάκοπη κίνηση κάτω από τα πόδια όλων µας, εκφραζόμενη με τη μορφή της εκτοπισμένης αθωότητας της παιδικότητας µας, σαν τα όνειρα που ζητάνε, που απαιτούνε εκδίκηση» (Underground Press, έκδοση Ανοιχτή Πόλη, 1982).

Η έξαρση της λογοκρισίας και της αυτολογοκρισίας, που χαρακτήριζε το τέλος της δεκαετίας του 1950, και η παράλληλη εξέλιξη των μέσων επικοινωνίας που άρχισαν να διαμορφώνουν, να συγκεκριμενοποιούν μια βιομηχανία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης σύμφωνα με τις επιταγές του κατεστημένου, έφερε τις ομάδες του κοινωνικού περιθωρίου μπρος στην απόφαση να ικανοποιήσουν μόνες τους τις επικοινωνιακές τους ανάγκες. Τα πρώτα αντεργκράουντ έντυπα, ξεπήδησαν στα μέσα της δεκαετίας του ’50, όχι απλά σαν μια συνειδητοποιημένη αντίσταση προς τη «βιομηχανία της συνείδησης», αλλά και (κυρίως) σαν μέσο επικοινωνίας των περιθωριοποιημένων ατόμων, που μέσα σ’ αυτά μπόρεσαν να βρουν ό,τι τους ενδιέφερε.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν το πρώτο μέρος στον κόσμο που γνώρισε τον περιθωριακό Τύπο, ακριβώς για το λόγο ότι εκεί υπήρχαν οι συνθήκες δημιουργίας αυτού του είδους εντύπων, αλλά και οι ομάδες που θα τα δημιουργούσαν και θα τα αφομοίωναν. Ο Νόρµαν Μαίηλερ ήταν ο πρώτος εκδότης περιθωριακού εντύπου: στις 26 Οκτωβρίου του 1955, το Βιλατζ Βόις κυκλοφορούσε το πρώτο του τεύχος, που δημοσίευε άρθρα δίχως περικοπές και λογοκρισία, για να ακολουθηθεί λίγο αργότερα από το Ρεαλιστή του Πώλ Κράισνερ, ένα δεύτερο περιθωριακό έντυπο που άνοιγε τις στήλες του στους αναγνώστες του, φιλοξενώντας αυτούσια κάθε άποψή τους, πάνω σε οποιοδήποτε θέμα.

Ίσως, εκείνη την εποχή, κανείς να µην αντιλαμβανόταν ότι ξεκίναγε µια «μαζικοποίηση» της αντικουλτούρας, που σε λίγα χρόνια θα έπαιρνε διαστάσεις διεθνούς φαινομένου: πράγματι, τα 600 φύλλα που όλα κι όλα διένεμε ο Κράισνερ το 1955, έγιναν 100.000 το 1968, ενώ τα αντεργκράουντ έντυπα είχαν πλέον γίνει πραγματικότητα σε όλον τον κόσμο. Ακόμη, τα καθιερωμένα περιεχόμενα των αντεργκράουντ εντύπων (κοινωνικοπολιτικά θέματα) άρχισαν τώρα να πλουτίζονται με κείμενα ψυχεδελικών αναζητήσεων αλλά και με τρανταχτές αποκαλύψεις, όπως του Ελεύθερου Τύπου του Λος Άντζελες, που έδωσε στη δημοσιότητα τα ονόματα και τα τηλέφωνα όλων των πληροφοριοδοτών που συνεργάζονταν μυστικά με την αστυνομία, αποκάλυψη που ο εκδότης Αρτ Κάνκιν πλήρωσε με ένα πρόστιμο 25 εκατομμυρίων δραχμών.

Στη δεκαετία του 1960, τα νεολαιίστικα κινήματα και η περιθωριοποίηση μεγάλων ομάδων νέων, παρέχουν τη δυνατότητα -αλλά και γίνονται οι προϋποθέσεις- γιά πολλαπλασιασμό των «υπόγειων» εντύπων που εξαπλώνονται τώρα σε κάθε πόλη των Ηνωμένων Πολιτειών και φθάνουν και στην Ευρώπη, αποκτώντας ένα πλατύ και «φανατισμένο» κοινό: τους «χελς έιντζελς», τους «ντίγκερς», τους «πειραματιστές του LSD», τους «περιπατητές», τους χίπηδες. Όμως η «κοινωνικοποίηση» αυτη του περιθωριακού Τύπου, µμετατρέπεται σιγά-σιγά σε «πολιτικοποίηση», γεγονός που γίνεται αισθητό με την έκδοση της Γενειάδας του Μαξ Σερ (στην Αμερική) που φιλοξενεί στις σελίδες της απόψεις αυτόνομων επαναστατών, νεοαριστερών, Μαύρων Πανθήρων. Δεν είναι φυσικά δυνατό να αναφέρουμε εδώ όλα τα περιθωριακά έντυπα που κυκλοφόρησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον υπόλοιπο κόσμο. Θα ήταν σίγουρα κουραστικό. Θα κάνουμε όμως μια σύντομη αναφορά σε μερικούς χαρακτηριστικούς τίτλους, που ως ένα σημείο δίνουν µια εικόνα του αντεργκράουντ χώρου.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Αγγλία, το 1966 εμφανίζεται το πρώτο περιθωριακό έντυπο της χώρας, το Παγκόσμιοι Καιροί που εκδίδεται από μια τολμηρή ομάδα χίπηδων, που ζώντας σε μια εποχή αποποινικοποίηση ς του LSD, «φρικάρουν» το έντυπό τους με τολμηρά ερωτικά θέματα, με πρωτοποριακά κοινωνικά άρθρα και ανταποκρίσεις «ωραίων τύπων» από τη Ν. Υόρκη, το Άμστερνταμµ, τη Στοκχόλμη και τη Βαρσοβία. Το περιοδικό αυτό κλείνει λίγο μετά, όταν η αστυνομία συλλαμβάνει τους εκδότες με την κατηγορία κατοχής και χρήσης μαριχουάνας. Ένα άλλο τολμηρό περιθωριακό έντυπο που φάνηκε στην Αγγλία, ήταν το ΟΖ, που το τελευταίο φύλλο του κυκλοφόρησε το 1973, εξηγώντας με τα παρακάτω λόγια την αιτία της διακοπής της έκδοσης: «Οι πρώην επαναστάτες ή επαναστατημένοι καταλήξανε τώρα να είναι τσοπάνηδες ή σταλινικοί ή κοινωνιολόγοι -χειραγωγοί ή ερημίτες ή συγγραφείς του… ρόκ ή μισθωτοί σε εμπορικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς. τι μπορείς να κάνεις με τα ιδανικά σου, του μαχητή των δρόμων, όταν πια οι πιο πολλοί από εκείνους τους εχθρούς σου που με λύσσα πολεμάς, μπορούνε να σου πακετάρουν τις οδομαχίες, να τις µμεταποιήσουν σε ιλουστρασιόν πόστερ, δίσκους και δερματόδετα πανάκριβα βιβλία και να σου τις μεταπουλήσουν με τεράστια κέρδη;».

Ο Κόκκινος τυφλοπόντικας, η Φωτιά, το Μάτι του χόρτου, η Φωνή του βασιλιά όχλου ήταν μερικά άλλα περιθωριακά έντυπα που κυκλοφόρησαν ή εξακολουθούν να κυκλοφορούν στην Αγγλία.

Στην Ιταλία βρίσκουμε το Πιανέτα Φρέσκο που ήταν καθαρά χίπικο περιοδικό και πρόβαλλε τη µή βία, τον πασιφισµό, τη «γλυκιά πολιτική» και θεωρήθηκε το πιο νεανικό αντεργκράουντ έντυπο. Παρά την ήπια γραμμή του, οι εκδότες δεν απέφυγαν τις προσαγωγές στα δικαστήρια, παραβαίνοντας κάποιον ιταλικό νόμο περί Τύπου.

Στη Γερμανία κυκλοφορούν περιθωριακά έντυπα που ακολουθούν σκληρή γραμμή αντικουλτούρας, προπαγανδίζοντας τα κοινόβια, τη σεξουαλική απελευθέρωση, τη δυναμική αναμέτρηση και την επαναστατική τέχνη. Πρόκειται για τα Ραντικαλίνσκι, Λίνκεκ και τα περισσότερο χίπικα Πλάνετ, Λάβ, Φλάουερ Πάουερ.

Στη Γαλλία, καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του αντεργκράουντ Τύπου έπαιξε -όπως ήταν φυσικό η εξέγερση των φοιτητών το 1968: δεν υπάρχουν ουσιαστικά ελευθεριακά έντυπα, αλλά έντυπα στρατευμένα σε κάποια υπόθεση. Σημαντικότερο, το Ακσιόν, που µετά ένα χρόνο ζωής έκλεισε. Ακολούθησαν άλλα περιθωριακά έντυπα, πάντα όμως εξαιρετικά βραχύβια και έντονα πολιτικοποιημένα.

Αντεργκράουντ έντυπα κυκλοφορούν πια σ’ όλο τον κόσμο: στην Ισπανία, (Άσπρο σκόρδο και Σταρ), στη Σουηδία (Πους) στην Αργεντινή (Έκο Κοντεµποράνεο), που σε κάποιο τεύχος ο εκδότης του γράφει, δικαιολογώντας τη µή σύλληψή του από τη χούντα: «Δεν είμαστε αυτό το πράγμα που μπορεί κάποιος να το χαρακτηρίσει επικίνδυνο. Η εργατιά δεν μας διαβάζει. Στην Ασφάλεια ο φάκελός µου γράφει: αριστεριστής αλλά ειρηνιστής. Αμήν!», στο Μεξικό (Πόρ Κε) κλπ.

Αυτή η εντελώς κατά προσέγγιση «χαρτογράφηση» του παγκόσμιου περιθωριακού Τύπου δίνει βέβαια κάποια διάσταση του κοινωνικού αυτού φαινόμενου που είναι, ίσως από τα σπουδαιότερα των τελευταίων δεκαετιών. Δεν φιλοδοξεί όμως να το καλύψει, γιατί για κάτι τέτοιο θα χρειαζόταν ολόκληρο βιβλίο. Άλλωστε μια τέτοια προσπάθεια έγινε ήδη στην Ελλάδα από τον ντόπιο περιθωριακό Τύπο (που αποτελεί το δεύτερο σκέλος της έρευνας αυτής) με µια ειδική έκδοση της Ανοιχτής Πόλης, που αποτέλεσε και τη βασική πηγή πληροφοριών για όσα γράφτηκαν παραπάνω, σχετικά με την ιστορία του αντεργκράουντ Τύπου.



Στην Ελλάδα

Ένας γαλαξίας τίτλων, που δίνει ανάγλυφα την εικόνα του ελληνικού αντεργκράουντ τύπου, τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς του ελληνικού περιθώριου, τις συνισταμένες του χώρου του, το ύφος και το δυναμικό της εγχώριας αντικουλτούρας.

Περιοδικά που ακολουθώντας την αντικαταναλωτική τακτική του ξένου αντεργκράουντ, απορρίπτοντας τις επιταγές του σύγχρονου µάρκετιγκ, κυκλοφορούν «όποτε να ‘ναι», εκδίδονται «γιατί έτσι», απευθύνονται «στους δικούς µας».

Έξω από κυκλοφοριακές επιδιώξεις, από οικονομικές ανησυχίες, από προσπάθειες βελτίωσης ύλης, με µια εµφανισιακή φτώχεια που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον πνευματικό και ιδεολογικό τους πλούτο, τα περιθωριακά έντυπα είναι σήμερα µια πραγματικότητα και στον τόπο µας.

Μ’ ένα αναγνωστικό κοινό που μετριέται σε τιράζ λίγων εκατοντάδων, τα έντυπα αυτά περνούν πολλές φορές απαρατήρητα από το πλατύ κοινό, «θαμμένα» σε μερικά περίπτερα της πλατείας Κάνιγγος ή σε «ειδικά» βιβλιοπωλεία της οδού Σόλωνος και των παρόδων της. Εκδότες, γνωστοί διανοούμενοι, άγνωστες ομάδες αριστεριστών ή αναρχικών, φοιτητές της ιατρικής ή ανένταχτοι αμφισβητίες που θέλουν κάτι να πουν και κάποιοι» να τους ακούσουν.

Ας τους δούμε από κοντά.

«Το περιοδικό αυτό βγαίνει γιατί έτσι. Γιατί αν απαριθμήσουμε τα γιατί ακόμα κι αυτός ο Ιώβ θα πάθαινε εγκεφαλικό πέρα δώθε απ’ τα πηλίκα και τ’ άλλα… Το έντυπο αυτό είναι µια σύλληψη μέσα στις άλλες συλλήψεις. Βέβαια δεν είμαστε ενάντια στις εκτρώσεις, αλλά παρά άµβλωση το ζυγιάσαµε και βρήκαμε ότι 90% έπρεπε να το αφήσουµε να τοκευτεί». (Νοέμβριος 1979, τεύχος 10, περιοδικό Αυγό).

Ο μοναδικός συντάκτης του περιοδικού, ο γνωστός και σαν στιχουργός Μανώλης Ρασούλης, δεν κάθεται να απολογηθεί αναλύοντας τους λόγους της έκδοσης του «προσωποκρατικού» του περιοδικού, αλλά , τους… αναλύει, σαρκάζοντας το ίδιο του το δημιούργημα, έξω από κάθε εκδοτική, καθιερωμένη πρακτική.

Αξίζει πράγματι τον κόπο να σταθούµε σ’ αυτήν την αντεργκράουντ επιχειρηματολογία (πάγια σε κάθε είδους έντυπο) που κατά κάποιο τρόπο δικαιολογεί την έκδοση κάθε νέου έντυπου. Να τι διαβάζουμε στο «εντιτόριαλ» της Ανοιχτής Πόλης (Απρίλιος 1981): «Ευχαρίστως θα θέλαμε να αλλάξουμε τούτη την κοινωνία, αλλά δεν έχουμε τη δύναμη. Μπορούμε όμως να δημιουργήσουμε μια συζήτηση, περισσότερο πλατιά όσο ποτέ μέχρι τώρα».

Μια λιγότερο ρομαντική αυτοπαρουσίαση βρίσκει κανείς στον Μαύρο Ήλιο, που με ανάλογα σκληρό περιεχόμενο επιδιώκει να καλύψει με σοβαρότητα το χώρο των ευρωπαϊκών ελευθεριακών κινημάτων: «Δεν βγαίνουμε απ’ το πουθενά -δεν υπάρχει κανένα πρέπει- δεν είμαστε το περιοδικό με την περιορισμένη έννοια του όρου -αυτό που θέλουμε είναι να συζητήσουμε (για όλα και με όλους) και να εκθέσουμε αυτήν τη συζήτηση προς τα έξω».

Έντονα πολιτικοποιημένος, ο αντεργκράουντ Τύπος της χώρας µας έχει να επιδείξει πολλά τέτοια δείγματα «σκληρής αυτοπαρουσίασης, ξεφεύγοντας από τα πρότυπα που θέτουν τα αμερικάνικα και ευρωπαϊκά περιθωριακά έντυπα, που θίγουν περισσότερο κοινωνικά και επικοινωνιακά θέματα με δυνατές δόσεις και απελευθερωμένου σεξ, που διανθίζεται επιπρόσθετα με κάποια κείμενα-ψυχεδελικά, πολύχρωμα παραληρήματα. Κάτι ανάλογο μπορεί κανείς να βρει μόνο στις χώρες που πέρασαν μεγάλες περιόδους στρατιωτικής διακυβέρνησης, όπως οι λατινοαμερικάνικες χώρες, Χωρίς κανείς να είναι σίγουρος για αυτό, φαίνεται ότι οι αντεργκράουντ τύποι στη χώρα μας είναι σεξουαλικά χορτάτοι αλλά «νηστικοί. πολιτικά, και ίσως για το λόγο αυτό αναζητούν να καλύψουν το κενό μέσα από κείμενα πολιτικού περιθώριου και όχι κοινωνικού.

«Σήμερα περνάμε μια περίοδο βαλτώδη, γεμισμένη από πολλά συφιλιδικά γκρεμισμένα όνειρα ανθρώπων που περίμεναν από άλλους να τα κάνουν πράξη» σημειώνει κάπου, κάποιος ανώνυμος συντάκτης του Εκτός Ελέγχου εκφράζοντας μ’ αυτά τα λόγια την ειρωνεία του για όλους εκείνους που θεωρεί υπεύθυνους για τα σημερινά αδιέξοδα που σαν αόρατο αγκάθινο συρματόπλεγμα περιβάλλουν και διαχωρίζουν τους περιθωριακούς από τους «νορμάλ» τύπους.

Υπάρχει όμως και ο «χιουμοριστικός» αντεργκράουντ Τύπος, που με έναν δίχως όρια χλευασμό, με μία εντελώς ελευθεριάζουσα φρασεολογία, με εικονογραφημένα ιστορήματα που πολλές φορές έχουν δυσνόητο σενάριο, κατανοητό μόνο από το σκιτσογράφο και όχι από τον αναγνώστη, φαίνεται να προσεγγίζουν περισσότερο προς το παραδοσιακό, περιθωριακό έντυπο που ασκεί κοινωνική κριτική δίχως κανένα φραγμό. «Εκεί που θέλω να καταλήξω, είναι ότι ανεξάρτητα απ’ το πώς και σε τί επίπεδο γυρεύει κανένας να καλύψει και να μεταβιβάσει αυτή την απαιτητικότερη απ’ τις ανθρώπινες ανάγκες -της επαφής κι ανταπόκρισης- κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τον σταματήσει» γράφει σε κάποιο κείμενό του ένας συντάκτης της Τρύπας -ενός εικονογραφημένου περιοδικού που αυτοδιαφημίζεται ως «αποτρόπαιον και κτηνώδες» δίνοντας με τα λόγια αυτά το «στίγμα» της φιλοσοφίας της λειτουργίας του περιοδικού: καμιά εικόνα και καμιά φράση δεν είναι απαγορευτική, προκειμένου να επιτευχθεί η επικοινωνία ανάμεσα σε ανθρώπους που συμμερίζονται τις ανησυχίες του εντύπου, που νιώθουν να ασφυκτιούν κάτω από την κυρίαρχη «αστική κουλτούρα».

Φυσικά, με τέτοια προσόντα (ή, χαρακτηριστικά, αν θέλετε) ο αντεργκράουντ Τύπος βρίσκει εύκολα το κοινό του ανάμεσα στο χώρο των μαθητών και των «µή εφησυχασμένων φοιτητών, που πολλές φορές δημιουργούν µόνοι τους κάποιο «υπόγειο» Τύπο: το Τούβλο και το Να µην αφήσουµε είναι δύο τέτοια χαρακτηριστικά παραδείγματα, μέσα από τα οποία ασκείται έντονη κριτική που επιδιώκει να απομυθοποιήσει έννοιες και πρόσωπα που αφορούν το μαθητικό-φοιτητικό χώρο: «ο φοιτητής δεν πολιτικοποιήθηκε βιώνοντας τη δική του πραγματικότητα, αλλ’ εξαιτίας των ενοχών που ένιωθε απέναντι στην εργατική τάξη. Ανίκανος να κριτικάρει τη δική του κατάσταση, παρέμεινε αθεράπευτα μικροαστός στις επιλογές του» καταγγέλλει το Να µην αφήσουµε που εκδίδεται από «ομάδα φοιτητών της Ιατρικής Θεσσαλονίκης». Αντίθετα, το Τούβλο δεν επιδιώκει κάποια «αυτοκριτική» σχολιάζοντας τους μαθητές (µια και εκδίδεται από μαθητές) αλλά επιτίθεται κατά των δασκάλων και των καθηγητών.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο στοιχείο στη γενική ιδιαιτερότητα του εγχώριου περιθωριακού Τύπου, που τον κάνει να ξεχωρίζει από τον παραδοσιακό αμερικάνικο και ευρωπαϊκό: ανάμεσα στα διανοουμενίστικα, επαναστατικά, σατιρικά, φοιτητικά αντεργκράουντ έντυπα του ελληνικού περιθώριου συναντά κανείς και ένα τεχνοκρατικό-περιθώριο, που μοιραία αφορά τους «περιθωριοποιημένους» μηχανόβιους: η Μοτοτεχνική είναι ένα έντυπο που επιτίθεται στο μάρκετινγκ της αγοράς μοτοσυκλετών, προβάλλοντας όμως εντυπωσιακά το τι μπορεί να πετύχει κανείς καθισμένος πάνω στη σέλα μιας χιλιάρας Καβασάκι. Αιτιολογώντας την έκδοση, ο εκδότης του γράφει: «Το έντυπο αυτό βγαίνει στα τυφλά, αναζητώντας τον αναγνώστη του. Που είναι αμφίβολο αν θα βρίσκεται στο περίπτερο περιμένοντας το. Που είναι αμφίβολο αν υπάρχει μαζικά».

Αν όμως η «αναγνωστική μαζικότητα» αμφισβητείται, η «μαζικότητα του δίκυκλου» αναγνωρίζεται σε ένα από τα κείμενα της Μοτοτεχνικής: «Γιατί έτσι είναι ο άνθρωπος, είτε με την κυρία Κούλα και τα κουτσούβελα στο Ζούνταπ για τη Λούτσα, είτε με κλιπόνς για την Ευρώπη, το δίτροχο γι αυτόν είναι η άρνηση στα μπλε κουτιά, στα ωράρια, στα καθορισμένα δρομολόγια. Είναι το κάτι από τα λίγα που έχουν μείνει και που μπορείς να οδηγήσεις (καθορίσεις, αποφασίσεις) µόνος σου».

Να λοιπόν που ο αντεργκράουντ Τύπος στην Ελλάδα καλύπτει όλες τις διαστάσεις του περιθωρίου, και μάλιστα σε έκταση που είναι αδύνατο να περιληφθεί έστω και δειγματοληπτικά σε µια έρευνα περιοδικού. Που φιλοδοξία της δεν ήταν τόσο να καταγράψει τους τίτλους των αντεργκράουντ εντύπων (όλο και κάτι θα ξέφευγε, φυσικά), αλλά να επιχειρήσει µια «κατ’ αρχήν» παρουσίασή τους, µια περιορισμένη αναφορά σ’ ένα κοινωνικό φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών.

Ένα φαινόμενο τόσο σημαντικό και πολύπλευρο, που δεν θα ‘ταν υπερβολή αν το χαρακτηρίζαµε ενδεικτικό της κοινωνικής σύνθεσης της εποχής µας και απογραφικό των πνευµατικών, πολιτικών και κοινωνικών ανησυχιών των σύγχρονων ανθρώπων.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι ο αντεργκράουντ Τύπος γεννήθηκε, αναπτύχθηκε και ωρίμασε μέσα σε µια εποχή που η νεολαία βρέθηκε σε µια δίνη οικονομικών κρίσεων, κοινωνικής καταπίεσης, πολεμικών συγκρούσεων και πνευµατικών ανακατατάξεων. Και -αντίθετα με τη νεολαία άλλων εποχών- η περιθωριοποιημένη νεολαία των τελευταίων δεκαετιών είχε τα μέσα και το θάρρος να προχωρήσει στην «παραγωγή» της αντικουλτούρας, που αποδεσμευμένη από τους παντοδύναμους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης, δημιουργήθηκε αποκλειστικά για την ικανοποίηση των πνευµατικών ή πολιτικών αναγκών των ίδιων των δημιουργών της .

Αν αυτό την περιόρισε, τη διατήρησε παράλληλα κρυστάλλινη, δίχως σκιές παρέμβασης και σκοπιμότητας. Και ακριβώς εκεί πρέπει να αναζητήσουμε την αξία της αντικουλτούρας του περιθώριου…

Περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ, Ιανουάριος 1983


επισκεφτείτε το site:
periodikotrypa.wordpress.com

1 σχόλιο :

Ανώνυμος είπε...

καλή φάση!