
του Σωτήρη Βανδώρου
….ή πώς η χώρα καταδικάζεται να γίνει φτωχή, ακόμη κι αν ελέγξει το χρέος της
«Οι μικρές χώρες σήμερα, χώρες που δεν έχουν πετρέλαιο ή διαμάντια, έχουν ως δύναμή τους το ανθρώπινο κεφάλαιο. Η δύναμή μας είναι τα κεφάλια μας τα οποία είναι πολλά», Άννα Διαμαντοπούλου, υπουργός Παιδείας.
«Η Ελλάδα έχει εξελιχθεί από χώρα αποστολής ανειδίκευτων εργαζομένων σε χώρα εξαγωγής πτυχιούχων. Χάνει, δηλαδή, νέους και μορφωμένους ανθρώπους, ακριβώς αυτούς που χρειάζεται για την ανάπτυξή της. Ακόμη και σήμερα, δεν φαίνεται να έχει κατανοηθεί η μεγάλη έκταση και, κυρίως, οι αρνητικές επιπτώσεις της διαρροής επιστημονικού δυναμικού.
Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ενώ η διαρροή επιστημονικού δυναμικού δεν αποτελεί βασική αιτία της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής κρίσης, την οποία διέρχεται σήμερα η χώρα, εντούτοις την επηρεάζει σημαντικά ποικιλοτρόπως και θα την επιδεινώσει, αν πάρει διαστάσεις μαζικής φυγής, κάτι που φαίνεται αρκετά πιθανό», Λόης Λαμπριανίδης, καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας.
«Όσο το σκέφτομαι, η πιο γελοία μέρα της ζωής μου ήταν η μέρα της εκλογής μου [ως Λέκτορας] στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Τέτοια φάρσα δεν ξανάγινε», Τ.Τ. σε σχόλιο στη σελίδα των αδιόριστων μελών ΔΕΠ.
Έστω ότι τιθασεύεται κάποια στιγμή το τεράστιο χρέος της Ελλάδας κι απομακρύνεται αποφασιστικά ο κίνδυνος της χρεοκοπίας. Έστω ότι μέχρι τότε οι μισθοί (για όσους εξακολουθούν να έχουν εργασία) θα θυμίζουν περισσότερο επιμίσθιο από τις αλλεπάλληλες μειώσεις. Και πάλι, οικονομική ανάπτυξη δεν θα προκύψει. Διότι ακόμη και τότε δεν θα μπορούμε να «ανταγωνιζόμαστε» σε κόστος εργασίας τους Κινέζους ή τους Βαλκάνιους. Και βέβαια η Ελλάδα δεν έχει ούτε βαριά βιομηχανία, ούτε πετρέλαια, ούτε μπορεί να επαναληφθεί η ιστορία με τον αλόγιστο δανεισμό, την υπερκατανάλωση, τις χρηματιστηριακές φούσκες, τα greek statistics.
Αδιέξοδο; Όχι απαραίτητα. Διότι υπάρχει κι ένα καλό νέο. Η χώρα μας παράγει… μυαλά. Και μολονότι το συγκριτικό αυτό πλεονέκτημα απαιτεί ευαίσθητους, στοχευμένους και μακροχρόνιους χειρισμούς για να αποτελέσει παράγοντα ανάπτυξης, τούτο είναι εφικτό εφόσον υπάρξει σχετική πολιτική απόφαση και επαρκής χρηματοδότηση. Όσοι έχουν ελάχιστη, έστω, γνώση του θέματος μπορούν να μας διαβεβαιώσουν ότι η επιστημονική έρευνα ακμάζει και προοδεύει με εντυπωσιακούς ρυθμούς την τελευταία δεκαπενταετία τουλάχιστον. Καθηγητές ελληνικών πανεπιστημίων κι επιστήμονες ελληνικών ερευνητικών κέντρων διακρίνονται διεθνώς σε όλους τους τομείς παράγοντας σημαντική σε έκταση και βάθος, για τα μεγέθη της χώρας, επιστημονική γνώση είτε ατομικά είτε συλλογικά (ως τμήματα, ινστιτούτα κ.ο.κ.).
Το ερευνητικό άλμα της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης: «Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1993-2008, ο αριθμός των ελληνικών επιστημονικών δημοσιεύσεων ακολουθεί συνεχή ανοδική πορεία, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να παρουσιάζει από τους μεγαλύτερους ρυθμούς αύξησης μεταξύ των 27 χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και των 30 χωρών μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι το 2008 δημοσιεύθηκαν 10.562 ελληνικές επιστημονικές εργασίες, αριθμός σχεδόν τετραπλάσιος σε σχέση με το 1993, και η Ελλάδα καταγράφει συντελεστή μεταβολής 3,98, ενώ ο μέσος όρος των χωρών μελών της ΕΕ είναι 1,87 και του ΟΟΣΑ 1,65. Η ικανοποιητική επίδοση της Ελλάδας στην παραγωγή επιστημονικών δημοσιεύσεων αποτυπώνεται και στον αριθμό των δημοσιεύσεων σε σχέση με τον πληθυσμό της. Το 2007, με 820 δημοσιεύσεις ανά 1.000.000 κατοίκους, η Ελλάδα κατατάσσεται 17η μεταξύ των χωρών μελών του ΟΟΣΑ, βελτιώνοντας σημαντικά τη θέση της σε σχέση με το 1993, και ξεπερνώντας χώρες όπως η Ιαπωνία, η Ιταλία και η Ισπανία...
«…Η συνεργασία των Ελλήνων ερευνητών και η διασύνδεσή τους με άλλες ερευνητικές ομάδες αποτυπώνεται στον αριθμό των επιστημονικών εργασιών που δημοσιεύονται από κοινού με ερευνητές από άλλους φορείς από την Ελλάδα ή το εξωτερικό και αποτελεί ένδειξη του βαθμού εξωστρέφειας της ελληνικής ερευνητικής κοινότητας. Μεταξύ των ετών 1993 και 2008 οι ελληνικές δημοσιεύσεις που πραγματοποιούνται με τη συνεργασία περισσότερων φορέων αυξάνονται συνεχώς. Σύμφωνα με τα δεδομένα της περιόδου, οι δημοσιεύσεις που προέρχονται αποκλειστικά από έναν μόνο ελληνικό φορέα εμφανίζουν σαφή μείωση ενώ το ποσοστό που καταλαμβάνουν οι δημοσιεύσεις που προκύπτουν από συνεργασία σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο, αυξάνεται σημαντικά και από 47,2% το 1993 διαμορφώνεται σε 65% το 2008... Το 2008 οι δημοσιεύσεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με διεθνείς συνεργασίες αποτελούν το 38,1% των ελληνικών δημοσιεύσεων».
Η εξασφάλιση από εγχώριους φορείς έρευνας ερευνητικών κονδυλίων από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με κριτήρια αριστείας κατόπιν σκληρού ανταγωνισμού είναι πια υπόθεση ρουτίνας, ενίοτε μάλιστα αναλαμβάνουν και ρόλο συντονισμού του ερευνητικού έργου, ακριβώς επειδή αναγνωρίζεται η ποιότητα και αποτελεσματικότητα της εργασίας τους. Χαρακτηριστικά, το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο αναδεικνύεται 6ο πανευρωπαϊκά σε σύγκριση με όλους τους φορείς έρευνας στους επιστημονικούς τομείς που θεραπεύει, όσον αφορά τα έξι προγράμματα-πλαίσιο (1984-2006).
Δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς: Υπάρχει άλλος τομέας –πολιτική, οικονομία, πολιτισμός, αθλητισμός;– στον οποίο η Ελλάδα των τελευταίων ετών έχει να υπερηφανεύεται για ανάλογη ουσιαστική πρόοδο (άνευ μίζας, διαπλοκής και ντόπας); Αυτό το γεγονός γίνεται ακόμη εντυπωσιακότερο αν αναλογιστεί κανείς τη χρόνια υποχρηματοδότηση της έρευνας και της παιδείας γενικότερα (ήδη προ Μνημονίου). Για παράδειγμα, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 24η θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τις δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση ως ποσοστό του ΑΕΠ, σύμφωνα με τα στοιχεία της EUROSTAT του 2005, ενώ για το ίδιο έτος φιγουράρει στηv προτελευταία θέση μεταξύ των κρατών του ΟΟΣΑ όσον αφορά στις δημόσιες δαπάνες ανά φοιτητή, κι αυτό έχει τη σημασία του εφόσον τα πανεπιστήμια είναι ο κύριος χώρος διεξαγωγής της έρευνας στη χώρα μας.
Αξίζει να αναφερθεί πως στο Συμβούλιο της ΕΕ της Βαρκελώνης το 2002 αποφασίστηκε ότι μέσα σε μια δεκαετία η συνολική δαπάνη για την έρευνα ως ποσοστό του αθροίσματος των εγχώριων προϊόντων των κρατών-μελών θα πρέπει να φτάσει το 3% από το 1,9% που ήταν τότε. Βέβαια, καθώς μάλιστα δεν προβλέφθηκε κάποιος μηχανισμός υποχρέωσης και λογοδοσίας, το ελληνικό κράτος ήταν το τελευταίο που προσυπέγραψε τη σχετική διακήρυξη και εντέλει μείωσε, αντί να τα αυξήσει, τα δημόσια κονδύλια για την έρευνα ως ποσοστό του ΑΕΠ!
Δαπάνη ή επένδυση;
Τι πιο εύλογο λοιπόν από την απόφαση για μια πολύ μεγάλη αύξηση της χρηματοδότησης της έρευνας η οποία –προφανώς στο πλαίσιο ενός συνολικού σχεδίου που περιλαμβάνει πολλαπλά και συνδυασμένα μέτρα– θα αποτελέσει μια πρώτης τάξεως επένδυση για παραγωγή νέας γνώσης και καινοτομίας που με τη σειρά της θα συμβάλει στο να βγει η οικονομία από την ύφεση, να γίνει πιο ανταγωνιστική και να εισέλθει σε τροχιά ανάπτυξης. Και η αύξηση αυτή μπορεί και πρέπει να επέλθει όχι παρά την τρέχουσα οικονομική κατάσταση της Ελλάδας και το Μνημόνιο, αλλά (και) εξαιτίας τους. Δηλαδή, ο μόνος τρόπος για να μη βυθίζεται η χώρα σε μια ολοένα και μεγαλύτερη ύφεση που ανατροφοδοτείται κι επαυξάνεται από την περιστολή δημοσίων δαπανών και την προσπάθεια αύξησης των εσόδων με αποτέλεσμα τη συνεχή απομείωση των εισοδημάτων των μικρών και μεσαίων στρωμάτων, είναι η παραγωγή νέου πλούτου, δηλαδή η υιοθέτηση ενός (πραγματικά, αυτή τη φορά) παραγωγικού μοντέλου ανάπτυξης.
Έτσι, ας το ξαναπούμε, είναι λάθος να λογίζεται η χρηματοδότηση της έρευνας ως δαπάνη (εν πάση περιπτώσει ως δαπάνη σαν όλες τις άλλες), αλλά θα πρέπει να θεωρείται ως επένδυση. Μάλιστα, ακόμη και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά την εμμονή που τη διακρίνει στη διασφάλιση της διατήρησης του ελλείμματος κάθε κράτους κάτω του 3%, στην αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας το 2005 οριακά έστω θεωρήθηκε ότι οι μακροχρόνιες δημόσιες επενδύσεις και οι επενδύσεις στην έρευνα δεν πρέπει να υπολογίζονται με τον ίδιο τρόπο στα επιτρεπτά όρια ελλείμματος.
Στο σημείο αυτό μπορεί να προβληθούν δύο ενστάσεις. Η πρώτη ένσταση, την οποία θα αντιμετωπίσω παρακάτω, είναι ότι δεδομένου ότι είμαστε στο όριο της χρεοκοπίας δεν υπάρχουν χρήματα ούτε για τα στοιχειώδη κι επομένως η επένδυση στην έρευνα εμφανίζεται, στις τρέχουσες, εξαιρετικές συνθήκες, ως περιττή αν όχι επικίνδυνη πολυτέλεια. Η δεύτερη ένσταση είναι ότι δεν θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε την επιστημονική έρευνα και γενικότερα την τριτοβάθμια εκπαίδευση εργαλειακά, ως μέσο για έναν άλλο σκοπό, εν προκειμένω την ανάπτυξη. Συμφωνώ κι επαυξάνω, δεν πρέπει να είναι αυτός ο κύριος σκοπός της.
Αλλά προς χάριν της… δημόσιας διαβούλευσης που ολοκληρώνεται –άσχετα αν έγινε μόνο προσχηματικά– αυτές τις ημέρες εν όψει της κατάθεσης νομοσχεδίου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση που αφορά και την έρευνα, θα ασπαστώ αυτό το ομολογουμένως περιοριστικό σκεπτικό, το οποίο άλλωστε συνοψίζεται στο κείμενο διαβούλευσης του Υπουργείου με την ακόλουθη διατύπωση: «Πώς η ανώτατη εκπαίδευση της χώρας μας θα συνεχίσει να αποτελεί -σε συνθήκες σκληρότατων δημοσιονομικών περιορισμών- έναν θεσμό μαζικής ανώτατης εκπαίδευσης, αναγκαίας για την ανάπτυξη της οικονομίας και της κοινωνίας της γνώσης, θεμέλιο του νέου προτύπου ανάπτυξης της χώρας;».
Η μεθοδική διάλυση της έρευνας
Φαίνεται λοιπόν εκ πρώτης όψεως ότι η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας συνδέει την έρευνα με την ανάπτυξη και έχει ως σκοπό να την ενισχύσει, δίνοντας μάλιστα έμφαση στην υποστήριξη των ίδιων των ερευνητών. Αντιγράφω τη δήλωση της κυρίας Διαμαντοπούλου με την οποία ξεκινά αυτό το κείμενο: «Οι μικρές χώρες σήμερα, χώρες που δεν έχουν πετρέλαιο ή διαμάντια, έχουν ως δύναμή τους το ανθρώπινο κεφάλαιο. Η δύναμή μας είναι τα κεφάλια [των ερευνητών] μας τα οποία είναι πολλά». Όμως, τι ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση έχουν κάνει η ίδια και ο αποπεμφθείς πλέον με τον πρόσφατο..
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ
από tvxs
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου